Σε συνδυασμό παραγόντων οφείλεται η περσινή βύθιση δυο πλοίων της Maersk


Μια έρευνα από τις αρχές της Δανίας σχετικά με τη βύθιση δύο offshore πλοίων παροχής προμήθειας της Maersk τον Δεκέμβριο του 2016, κατέδειξε ότι το περιστατικό προέκυψε από ένα μοναδικό συνδυασμό γεγονότων και συμπτώσεων.

Τα δανικά πλοία Maersk Searcher και Maersk Shipper ανατράπηκαν τη νύχτα μεταξύ 21 και 22 Δεκεμβρίου 2016 και βυθίστηκαν στον κόλπο του Βισκαϊκού περίπου 65 ναυτικά μίλια από τη γαλλική ακτή, ενώ ήταν ρυμουλκούμενα από ένα άλλο υπεράκτιο πλοίο μεταφοράς προμηθειών, το Maersk Battler προς το Aliaga της Τουρκίας.

Κατά τη διάρκεια της διέλευσης της Μάγχης, τα φτερά μεταξύ των πλοίων που βρίσκονταν σε παράλληλη ρυμούλκηση αποκόπησαν και τα πλοία άρχισαν να αλληλεπιδρούν. Αυτό προκάλεσε ζημιά στην υπερκατασκευή των πλοίων, γεγονός που τελικά οδήγησε στην εισροή νερού. Το Maersk Searcher ανατράπηκε και βυθίστηκε και στη συνέχεια το Maersk Shipper τραβήχτηκε από τον Maersk Searcher. Το πλήρωμα του Maersk Battler προχώρησε σε μια ελεγχόμενη θραύση του σύρματος ρυμούλκησης, απελευθερένοντας τα δυο ρυμουλκούμενα πλοια.

Η Διεύθυνση Ερευνών Ναυτικών Ατυχημάτων της Δανίας (Danish Maritime Accident Investigation Board – DMAIB)
ενημέρωσε ότι το ναυάγιο του Maersk Searcher και του Maersk Shipper οφείλεται σε συστημικούς λόγους. Αυτό σημαίνει ότι οι επικρατούσες συνθήκες και τα τεχνικά δεδομένα που υπήρχαν στο Maersk Battler κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν μπορούν να απομονωθούν από τα προηγούμενα επιχειρησιακά δεδομένα και τις συνθήκες που έλαβαν χώρα μήνες πριν. Έτσι, η διερεύνηση του ναυαγίου είναι διττή. Επικεντρώνεται στις τεχνικές συνθήκες που οδήγησαν στο ναυάγιο των δύο πλοίων και στις οργανωτικές συνθήκες που διευκόλυναν αυτές τις τεχνικές συνθήκες.

Έτσι, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η απώλεια των φτερών, η σύγκρουση και η πλημμύρα των δυο μη επανδρωμένων πλοίων υπό ρυμούλκηση εξετάστηκαν στην αξιολόγηση κινδύνου που πραγματοποιήθηκε και ότι εφαρμόστηκαν προληπτικές στρατηγικές για κάθε ενδεχόμενο.

“Ωστόσο, αυτές οι πρωτοβουλίες ήταν αναποτελεσματικές. Η DMAIB καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προληπτικες στρατηγικές εστιάζονταν κυρίως στην πρόληψη των παραγόντων κινδύνου σε μεμονωμένο επίπεδο και υπόλόγισαν ελάχιστα ή καθόλου το ενδεχόμενο οξείας αλληλεπίδρασης μεταξύ των παραγόντων κινδύνου”, καταλήγει η έκθεση.