ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Συνθήκες ευκαιρίας για επενδυτές που αντιλαμβάνονται το ναυτιλιακό ρίσκο

Του Μηνά Τσαμόπουλου

Συνθήκες ευκαιρίας για επενδυτές που αντιλαμβάνονται το ναυτιλιακό ρίσκο και κατανοούν την κυκλικότητα της ναυτιλιακής βιομηχανίας έχουν δημιουργηθεί στα ξένα χρηματιστήρια σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση της κεφαλαιοποίησης του κλάδου.

Δεδομένου ότι διανύουμε μια οικονομική συγκυρία χαμηλού κόστους χρήματος παγκοσμίως, οι επενδυτές αναζητούν τοποθετήσεις σε κλάδους στους οποίους διαβλέπουν μια αναπτυξιακή προοπτική όπως αυτός των μεταφορών και των υπεράκτιων γεωτρήσεων.

Σοβαρά επενδυτικά κεφάλαια που δραστηριοποιούνται στην Άπω Ανατολή και διαθέτουν αυξημένη ρευστότητα δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για τις ναυτιλιακές μετοχές. Βέβαια η είσοδος τέτοιων επενδυτών στο μετοχική σύνθεση των εταιρειών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη δραστηριοποίησή τους και να περιορίσει το εύρος των διοικητικών επιλογών των Ελλήνων εφοπλιστών.

«Αναλύοντας τη χρηματιστηριακή πορεία των μετοχών των Ελληνόκτητων εισηγμένων ναυτιλιακών αγορών για το διάστημα 7/11/2012 έως 6/12/2012 διαφαίνεται μια ανοδική τάση η οποία όμως δεν αντικατοπτρίζει τα θεμελιώδη οικονομικά τους μεγέθη.

Η τάση αυτή εξηγείται εν μέρει σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές κινήσεις και επιλογές οι οποίες καθιστούν τη μελλοντική τους πορεία πρωτίστως βιώσιμη ενώ παράλληλα δημιουργούν προσδοκία καλύτερων οικονομικών αποτελεσμάτων» επισημαίνει έρευνα της εταιρείας χρηματιστηριακών συμβούλων XRTC :

«Η ποιότητα της διαχείρισης της κάθε εταιρείας ανεξαρτήτου κλάδου αποτελεί τον κύριο λόγο προσέλκυσης του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Είναι η προϋπόθεση για την παραμονή και εξέλιξη των εταιρειών στις κεφαλαιαγορές».

Σύμφωνα με την ανάλυση οι προβλέψεις για τις ναυτιλιακές αγορές το 2013, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του, κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι. Ειδικά στον κλάδο του ξηρού φορτίου στον οποίο δραστηριοποιούνται οι περισσότερες ελληνικών συμφερόντων ναυτιλιακές εταιρείες ελάχιστες είναι οι προοπτικές ανόδου των ναυλαγορών αφού η παγκόσμια οικονομία εμφανίζει σημάδια μειωμένης ζήτησης.

«Αναμφίβολα βρισκόμαστε εδώ και καιρό στο χαμηλό σημείο του ναυτιλιακού κύκλου αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα πλοία με δυσκολία ανταποκρίνονται στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας τους.

Το γεγονός αυτό αποτελεί από τη μια αποτρεπτικό στοιχείο στην προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος από την άλλη όμως συντελεί στη δημιουργία ιδανικού επενδυτικού περιβάλλοντος» τονίζεται στην έρευνα.

Οι ευκαιρίες στην ναυτιλιακή αγορά παρουσιάζονται στους επενδυτές που έχουν την απαραίτητη μεσοπρόθεσμη επενδυτική διάθεση και όχι αυστηρά την βραχυπρόθεσμη απαίτηση κερδοφορίας.
Η ναυτιλία παρέχει κέρδη σε αυτούς που είναι μέσα στην αγορά και αντιλαμβάνονται τους κύκλους της αγοράς.

Στο σημερινό επενδυτικό περιβάλλον οι ευκαιρίες είναι σημαντικές σε όλους σχεδόν τους κλάδους των αγορών αλλά κυρίως σε αυτούς όπου η προβλέψιμη προσφορά χωρητικότητας είναι κατά κάποιο τρόπο ισοσκελισμένη με τις αντίστοιχες προβλέψεις για την ανάπτυξη της ζήτησης.

« Γι’ αυτό παρατηρείται και η αυξημένη ζήτηση στην αγορά ενέργειας όπως LNG, πλοία εξόρυξης πετρελαίου και βοηθητικά πλοία της εν λόγω αγοράς ενώ σιγά σιγά δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για επενδύσεις σε συγκεκριμένες αγορές των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Μεγάλες ευκαιρίες παρουσιάζονται επίσης στις μακροχρόνιες τοποθετήσεις ναυτιλιακών κεφαλαίων στις κατασκευές νέων πλοίων και ειδικά σε πλοία που θα παραγγελθούν στην Λ. Δ. της Κίνας που επιχειρεί σταθερότητα και ανάπτυξη των μεγάλων ναυπηγικών ομίλων που απέμειναν μετά την κρίση.

Οι κινεζικές τράπεζες ενισχύουν τη δυνατότητα νέων επενδύσεων και ασφαλώς θα προσελκύσουν επενδυτές μεσαίου και μεγάλου μεγέθους από την ελληνική κι όχι μόνο αγορά» επισημαίνουν οι αναλυτές της XRTC:

«Οι Έλληνες έχουν αποδείξει τη δυνατότητά τους να πλέουν μέσα στις δυσκολίες και είναι βέβαιο ότι οι αγορές και οι τράπεζες το γνωρίζουν αυτό και στηρίζουν τις ελληνικές ναυτιλιακές εταιρίες.

Το ότι μπορεί να υπάρξουν απώλειες και πτωχεύσεις κανείς δεν το αμφισβητεί αλλά το ότι είμαστε σε ιστορική εποχή ευκαιριακού περιβάλλοντος για νέες επενδύσεις είναι αδιαμφισβήτητο. Ο νικητής θα είναι αυτός που για μία ακόμη φορά θα ρισκάρει, θα τολμήσει και θα αγωνιστεί όπως πολύ καλά το κάνουν γενεές Ελλήνων τόσο χρόνια».

newmoney.gr

ΟΜΥΛΕ: Η Κυβέρνηση ξεπουλάει τα λιμάνια και μαζί κάθε δυνατότητα ανάπτυξης

Η Ομοσπονδία Υπαλλήλων Λιμανιών Ελλάδας (ΟΜΥΛΕ) εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

«Η Κυβέρνηση συνεχίζοντας την πολιτική των μνημονίων, που συνομολογήθηκαν με το ΔΝΤ και την ΕΕ, καθώς και την νεοφιλελεύθερη πολιτική, ξεπουλάει τη δημόσια περιουσία και κάθε Δημόσια Επιχείρηση στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Ζούμε καθημερινά το θέατρο του παραλόγου, αφού συνωστίζονται ξένες κρατικές οντότητες και πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι οποίες συνεπικουρούμενες από ντόπια κρατικοδίαιτα οικονομικά συμφέροντα επιβουλεύονται τον πλούτο της χώρας μας, την οποία πρώτα φρόντισαν να την οδηγήσουν στη περιπέτεια της χρεωκοπίας.

Τα Λιμάνια της χώρας μας, τα οποία αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης του εμπορίου, του τουρισμού, των μεταφορών και της οικονομίας γενικότερα σχεδιάζουν να τα ξεπουλήσουν – ουσιαστικά να τα χαρίσουν – και αυτό η Κυβέρνηση το ονομάζει διαρθρωτική πολιτική.

Η Κυβέρνηση, αντί να εκπονήσει μια Αναπτυξιακή Λιμενική Πολιτική, ώστε να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τις τεράστιες δυνατότητες των Λιμανιών, άγεται και φέρεται από τα κάθε λογής συμφέροντα ξεπουλώντας τα Λιμάνια και μαζί κάθε δυνατότητα ανάπτυξης, σε μια περίοδο που η βαθειά ύφεση οδηγεί σε γενικευμένο οικονομικό μαρασμό και δραματική μείωση της απασχόλησης.

Υπάρχουν βασικά ζητήματα σχετικά με την ανερμάτιστη πολιτική που ακολουθεί η Κυβέρνηση στο θέμα των Λιμανιών.

– Τα Λιμάνια διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο σε θέματα ασφάλειας, τουρισμού, εμπορίου, μεταφορών, επικοινωνίας και τροφοδοσίας των ελληνικών νησιών και επιβάλλεται να λειτουργούν σε 24ωρη βάση κάτω από αυστηρό Δημόσιο Έλεγχο.

– Η Ελληνική Κυβέρνηση βαυκαλίζεται με τις προτάσεις που καθημερινά διοχετεύονται σκόπιμα στα ΜΜΕ από την COSCO περί αγοράς του 60% του Μετοχικού Κεφαλαίου του ΟΛΠ. Παραγνωρίζει ασφαλώς ότι, αν αυτό συμβεί, δημιουργείται ιδιωτικό μονοπώλιο και παραδίδεται η Δημόσια Λιμενική Αρχή και η λειτουργία του πρώτου Λιμανιού της χώρας καθώς και η εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος στα ιδιωτικά συμφέροντα. Μόνο η Θάτσερ επιχείρησε κάτι τέτοιο στο Λίβερπουλ και όπως συνομολογήθηκε από όλους, ακόμα και από ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους, η επιλογή αποτέλεσε την τέλεια αποτυχία. Η ελληνική Κυβέρνηση θέλει να αντιγράψει την τέλεια νεοφιλελεύθερη ΑΠΟΤΥΧΙΑ !

–  Οι παραχωρήσεις σε τρίτους, όπως έγινε με τον Προβλήτα ΙΙ του ΟΛΠ, οδηγούν σε μείωση της απασχόλησης και σε απεμπόληση του απαραίτητου στοιχείου των Λιμανιών που είναι ο ισχυρός Δημόσιος Χαρακτήρας και Έλεγχος.

– Η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και των ΣΣΕ στον Προβλήτα ΙΙ (COSCO), σε συνδυασμό με τους Μνημονιακούς Νόμους για τα εργασιακά, τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τον περιορισμό της λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου των ΣΣΕ, εξυπηρετεί τη γενικευμένη πολιτική μείωσης του εργατικού κόστους και μεγιστοποίησης της κερδοφορίας των επίδοξων «αφεντικών» των Λιμανιών.

– Τη στιγμή που το μεγάλο ζητούμενο για την οικονομία της χώρας είναι η ανάπτυξη, η απασχόληση και η τόνωση της ζήτησης η Κυβέρνηση μετατρέπει τα Λιμάνια από φορείς ανάπτυξης της οικονομίας σε μέσα στήριξης της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

– Η Κυβέρνηση, το ΥΝΑ, τα Κόμματα που την στηρίζουν, ο πολιτικός κόσμος και γενικότερα οι φορείς του Λιμανιού οφείλουν να τοποθετηθούν υπεύθυνα και χωρίς ψευδεπίγραφες δικαιολογίες σε όλα αυτά τα ζητήματα. Οι Οργανισμοί Λιμένων δεν είναι λάφυρο καμιάς συγκυριακής πλειοψηφίας, αλλά υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.

Ως εργαζόμενοι στηρίζουμε κάθε πρωτοβουλία για βελτίωση της λειτουργικότητας των Λιμανιών. Είμαστε αδιαπραγμάτευτοι στην τεκμηριωμένη θέση για ισχυρό Δημόσιο Χαρακτήρα των Λιμανιών. Επιδιώκουμε και στοχεύουμε σε Λιμάνια που θα συμβάλουν στη οικονομική ανάπτυξη της χώρας, θα επιτελούν τον κοινωνικό τους ρόλο και θα ενισχύουν την απασχόληση με θεσπισμένες εργασιακές σχέσεις μέσω του θεσμού των ελεύθερων διαπραγματεύσεων και των ΣΣΕ.»