Μαρτυρία: «Ήμουνα 8 μήνες όμηρος Σομαλών πειρατών”


Την συγκλονιστική μαρτυρία ενός ναυτικού που κρατήθηκε όμηρος από Σομαλούς πειρατές για 8 μήνες πριν από 7 χρόνια αξιοποιεί η αντιπειρατική οργανωση SaveOurSeafarers (“Σώστε τους Ναυτικούς Μας”) σε καμπάνια της με σκοπό την ενεργοποίηση της διεθνούς κονότητας ενάντια στην πρόσφατη επανεμφάνιση του φαινομένου στ’ ανοιχτά των ακτών της αφρικάνικης χώρας.

Ο Dipendra Rathore μπάρκαρε τον Απρίλιο του 2010 σ’ ένα πλοίο μεταφοράς χημικών προϊόντων ως δοκιμος αξιωματικός. Στο πλοίο ιδιοκτησίας μιας εταιρείας με έδρα το Ντουμπάι είχε επιβιβαστεί πλήρωμα 22 επαγγελματίων ναυτικών και μηχανικών Ινδικής καταγωγής, με τον 21 χρονο τότε Dipedra να είναι ο μικρότερος σε ηλικία.

Το πλοίο κατευθυνόταν από την Ινδία στη Νορβηγία, ένα ταξίδι που επρόκειτο να διαρκέσει 25 ημέρες. Την τέταρτη ημέρα, αργά το απόγευμα, ενώ εκτελούσε την βάρδυα του, κάποιος άαλλος του φώναξε ότι νομίζει ότι βλέπει ένα ταχύπλοο σκάφος να πλησιάζει. Εκείνη τη στιγμή έπλεαν 120 μίλια νότια του Ομάν, σε μια απομακρυσμένη θαλάσσια περιοχή και από το μέγεθος και την εμφάνιση του σκάφους είχαν βάσιμες υποψίες ότι επρόκειτο για πειρατές.

Ο 21χρονος δόκιμος αξιωματικός έστειλε αμέσως σήμα κινδύνου στο Ινδικό Ναυτικό – αλλά ήταν πολύ αργά. Λίγο αργότερα, έξι πειρατές επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και, οπλισμένοι με χειροβομβίδες και Καλάσνικοφ, άνοιξαν πυρ εναντίον τους.

“Ήταν απολύτως τρομακτικό και χαοτικό. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να παραδοθούμε”, διηγείται ο Dipendra Rathore. “Μας οδήγησαν στο κατάστρωμα του κέντρου ελέγχου και μας ανάγκασαν να πέσουμε στο πάτωμα. Σε σπασμένα αγγλικά, οι πειρατές μας είπαν ότι θα ζητήσουν λύτρα 15 εκατομμυρίων λίρων από την εταιρεία στην οποία εργαζόμασταν. Όλοι ήμασταν απίστευτα φοβισμένοι. Παραμείναμε σιωπηλοί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες του επόμενου πρωινού, όταν έξι επιλέο πειρατές εντάχθηκαν στο πλοίο μας και μας ενημέρωσαν ότι πρόκειται να πλεύσουμε προς Σομαλία”.

Όσον αφορά τις συνθήκες της ομηριας τους τις χαρακτηριζει “αδιανόητες”: “Ήμασταν περιορισμένοι σε μια μικρή γωνία τoυ κέντρου ελέγχου. Τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα κλειστά και ήταν αποπνικτικά. Η υγιεινή ήταν φρικτή – μας επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουμε την τουαλέτα, αλλά σύντομα αυτή κατάντησε ένας άθλιος ζόφος . Σχεδόν όλοι μας αρρωστήσαμε. Μας τάιζαν, αλλά μόνο για να μας κρατήσουν ζωντανούς – με βασικά γεύματα από πατάτες και κρεμμύδια. Μόλις μια φορά κάθε δύο εβδομάδες, μας επιτρεπόταν να τεντώσουμε τα πόδια μας στο κατάστρωμα”.

Η πιθανότητα απόδρασης ήταν μηδενική, αφού οι πειρατές κρατούσαν βάρδυες με τα όπλα στραμμένα πάνω τους. Ακομα χειρότερα, τους ξυλοκοπούσαν συνεχώς με μεταλλικούς σωλήνες, ή σε κάποιους συναδέλφους του Dipendra εφάρμοσαν βασανιστηρια με ηλεκτροσοκ ή δέσιμο στο κατάρτι. “Ακόμη και όταν δεν μπορούσα να δω τα βασανιστήρια, μπορούσα να ακούσω τις κραυγές. Ακόμα ακούω τις κραυγές μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω γιατί δεν με βασάνισαν με τον ίδιο τρόπο – ίσως νόμιζαν ότι ήμουν πολύ νέος και άσημος”, διηγείται.

“Κάθε πρωί ξυπνούσα στο σκληρό μεταλλικό πάτωμα αναρωτιόμενος αν εκείνη η μέρα θα ήταν η τελευταία μου. Αλλά κατάφερα να παραμείνω αρκετά ήρεμος. Σκεφτόμουνα μοιρολατρικά για το μέλλον μου – το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιμένω”, αναφέρει χαρακτηριστικά.

Κάθε λίγες μέρες οι πειρατές βάζαν έναν από αυτούς να καλέσει την εταιρεία και να παρακαλέσει να τους σώσουν τις ζωές. Εκείνοι απαντούσαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε, αφού προφανέστατα ήθελαν να εξαναγκάσουν τους απαγωγείς να μειώσουν τα λύτρα. Για τους πρώτους τέσσερις μήνες, τους επέτρεπαν επίσης μία ολίγων δευτερολέπτων τηλεφωνική κλήση το μήνα στις οικογένειές τους, ώστε να ασκήσουν κι αυτές πίεση στην εταιρεία.

Μετά από πολλούς μήνες που δεν είχε υπάρξει αποπληρωμή των λύτρων, οι πειρατές έβαλαν τον καπετάνιο σε άλλο μέρος του πλοίου, για να νομίζουν οι υπόλοιποι ότι τον σκότωσαν. “Ήθελαν να παρακαλάμε για τη διάσωση μας ακόμα πιο έντονα. Ξεκινήσαμε να χάνουμε την ελπίδα ότι θα διασωθουμε κάποια στιγμή”.

Εντέλει, μετά από 238 ημέρες, η εταιρεία κατέβαλε λύτρα ύψους 5 εκατομμυρίων λιρών και ένα γερμανικό πλοίο εστάλη για να τους παραλάβει. Οι πειρατές έφυγαν σε μια άλλη βάρκα. “Μας είχε πλυμμηρίσει η χαρά καθώς το γερμανικό πλήρωμα μας οδηγούσε, με τρεμαμενα μάτια, στον ήλιο. Δεν φώναξα – μέχρι τότε ήμουν μουδιασμένος – αλλά οι άλλοι είχαν ξεσπάσει σε λυγμούς”, θυμάται για τις πρώτες στιγμές της ελευθερίας τους.

Έξι ημέρες αργότερα επανασυνδέθηκε με την οικογένειά του, που τον είδε αδυνατισμένο και ξέσπασε σε κλάμματα. Ο ίδιος έπρεπε να προχωρήσει παρά το σοκ και συνέχισε τις σπουδές του, χωρίς σε καμιά περίπτωση να σκεφθεί να παρατήσει την θάλασσα. “Δεν θα αφήσω τους πειρατές να αλλάξουν την καριέρα μου. Μου προκάλεσαν αρκετές βλάβες ήδη”, ήταν το καταληκτικό του συμπέρασμα για την περιπέτεια που του σημάδεψε την ζωή.

Παρακολουθήστε το βασισμένο στην μαρτυρία του Ινδού ναυτικού video της SaveOurSeafarers για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σε σχέση με την καταπολέμηση της πειρατείας: