H όμορφη καπετάνισσα…

tanker_nautilia_

Διάλεξε μέσα από χιλιάδες προϊόντα μόνο με ένα κλικ!

Του Κυριάκου Ταπακούδη – Συγγραφέα και παλιού ναυτικού

Οι πρωτόμπαρκοι … Μέρος 3ο
Δείτε το Μέρος 2ο εδώ.

Η ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ

Η τρικυμία καταλάγιασε και ο άνεμος σταμάτησε το απαίσιο σφύριγμα του. Όλοι αποκαμωμένοι από τη μεγάλη τρικυμία και το δυνατό μπότζι που μας ταλαιπώρησε ώρες, αλλά περισσότερο από την αγωνία για εκείνες τις δύσκολες στιγμές που παρ ολίγο η θάλασσα να μας επνιγε μες τα βαθιά νερά της, ανακουφισμένοι τώρα και με ευχαρίστηση στην καρδιά πως τη σκαπουλάραμε, όσοι τελειώσαμε τις βάρδιες μας πήγαμε για ύπνο. Ξάπλωσα ντυμένος με τα λερωμένα ρούχα της δουλειάς, και με τις σκέψεις σε κείνες τις τραγικές στιγμές, αποκοιμήθηκα κουρασμένος και καταπονημένος καθώς ήμουν.
Η άλλη μέρα αργά πριν το μεσημέρι, με βρήκε ακόμα ξαπλωμένο, με τις αχτίδες του ήλιου να περνούν από το φινιστρίνι και να με χτυπούν στα μάτια. Οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές και έξω ο ουρανός γαλάζιος και ασυννέφιαστος. Γλάροι πετούσαν σημάδι πως ήμασταν κοντά σε στεριά, ενώ το μποτσαρισμα του πλοίου είχε παύσει εντελώς. Σκέφτηκα πως μπήκαμε στα στενά, και πως αφήσαμε πίσω μας την φουρτουνιασμένη μαύρη θάλασσα που ήθελε να μας πνίξει.
Τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων είναι δύο στενοί και επιμήκεις πορθμοί μέσω των οποίων επικοινωνεί ο Εύξεινος Πόντος με τη Μεσόγειο, την Ευρώπη και την Ασία.
Είναι δυο ονομαστά στενά που αποτελούν το ένα συνέχεια του άλλου και ενώνουν τη Μαύρη θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά, και ακολούθως με το Αιγαίο Πέλαγος. Είναι από τα πιο επικίνδυνα στενά για τη ναυσιπλοΐα, γι αυτό πάντα τα πλοία που τα διαπλεουν, δια νόμου πρεπει να τα κατευθύνει πιλότος της περιοχής. Πιλότοι εκ του Αγγλικού όρου ή Πλοηγοί εκ του Ελληνικού, είναι υπάλληλοι με γνώσεις της θαλάσσιας περιοχής, των συνήθων καιρικών συνθηκών, ρευμάτων, παλίρροιας, βαθών και είδους βυθού και τυχόν ναυτιλιακών κινδύνων συγκεκριμένης περιοχής, στην οποία αναλαμβάνουν την πλοήγηση των πλοίων και οι οποίοι προσλαμβάνονται κατόπιν εξετάσεων από την αρμόδια Πλοηγική Υπηρεσία. Κάθε φορά που περνούσαμε τα στενά λοιπόν, συνεννοούμασταν με τις Τουρκικές Ναυτικές υπηρεσίες οι οποίες μαζί με την άδεια της διέλευσης μας, μας παραχωρούσαν και πλοηγό.
Μαστουρωμένος από τον ύπνο πριν πάω στο κουζινάκι για καφέ, δρασκέλισα τη ψηλή πόρτα και βγήκα στο κατάστρωμα να ανασάνω την γεμάτη ιώδιο αλμυρή ατμόσφαιρα
Σαλπάραμε πριν δυο μέρες με το δείλι να γεμίζει πορφυρά χρώματα τον ουρανό, και τώρα εδώ, κοντά μεσημέρι είχαμε τον ήλιο ολόλαμπρο από πάνω να αντανακλάται στα υσηχασμένα νερά δημιουργώντας φωτεινές ίριδες. Εδώ στην τέλειωση της Μαύρης θάλασσας, στέθηκα πρύμα κι αγνάντεψατις στεριές δεξιά και αριστερά μου. Ένα θέαμα πανέμορφο που όποτε περνούσαμε τα στενά, όλες τις ώρες καθόμουνα και αποθαύμαζα όσα όμορφα χωρεί ο νους, όλα αραγμενα εμπρός μου εύμορφα και θαυμαστά. Με τις βάρδιες και τα ξενύχτια μέσα στις λαμαρίνες, και στην αφόρητη μοναξιά μας, αυτή η θεα ήταν μεγάλη αποπληρωμή μας, γιατι τέτοιες ομορφιές σπάνια συναντά ανθρώπου μάτι. Οι ακτές πυκνοκατοικημενες με υπέροχα αρχοντικά και παλιά κτίρια, πύργους, παλάτια και μικρά νησάκια με πανέμορφα κτίρια πάνω κτισμένα, το πράσινο στη μεριά της Ασίας πυκνοφυτο φιλούσε τη θάλασσα.
Η κουβέρτα ήταν ξεπλυμένη και πεντακάθαρη από τα μεγάλα κύματα της χτεσινής τρικυμίας και οι μπουκαπόρτες ερμητικά έκλειναν τα αμπάρια. Το φορτίο από σανίδια μέσα καλά προφυλαγμένο, ενώ όσο φορτίο είχε πάνω στο κατάστρωμα στιβαστεί, παρασυρμένο και χαμένο στη θάλασσα.
Ο δεύτερος καπετάνιος με το λοστρόμο επιθεωρούσαν της ζημιές από την τρικυμία, ενώ η γυναίκα του καπετάνιου που ταξίδευε μαζί μας, ακουμπισμένη στα ρέλια αγνάντευε κι αυτή τις όμορφε ακτές της στεριάς. Ήταν κοντούλα, αλλά αυτό περνούσε απαρατήρητο γιατι είχε ένα τέλειο σώμα που τονιζόταν περισσότερο καθώς ήταν ντυμένη με μπλουτζίν και εφαρμοστή φανέλλα που τόνιζε δυο στητά υπέροχα στήθη που αντανακλούσαν θηλυκότητα κι ερωτισμό.
Η θυλικότητα είναι η αληθινή μορφή του σώματος και δεν υπάρχει κόσμημα σπανιοτερο από αυτήν. Ίσως γνωρίζοντας το η όμορφη καπετάνισσα και καταλαβαίνοντας την πεθυμια που εξέπεμπε στους αρσενικούς, ντυνόταν με ρούχα εφαρμοστά που τόνιζαν τις όμορφες καμπύλες της. Σπάνια έφευγε από το πλωριό ντεκ της γέφυρας, αλλά όταν αυτό συνέβαινε, αναστατωμένο το πλήρωμα σύσσωμο προσπαθούσε να την αντικρύσει και να την αποθαυμάσει.
Και αυτή γνωρίζοντας την αναστάτωση που προκαλούσε, κάθε φορά όταν έβγαινε περίπατο στην κουβέρτα, ντυνόταν με ρούχα που επιδύκνειαν το σφριγηλό της στήθος το οποίον της προσέδιδε αισθησιασμό και σεξουαλικότητα.
Γύρισε προς εμένα και βάδισε προς το μέρος μου. Έμεινα εκστατικός να παρακολουθώ το λικνιστό της βήμα και τα μηνίγγια μου ήθελαν να σπάσουν από ταραχή. Μια φορά την είχα ιδεί από μακριά προηγουμένως, και ξανά τώρα εδώ, δίπλα μου ακριβώς, όπου στάθηκε και με χαιρέτησε.
-Για σου Κύπριε, σε λένε Κυριάκο;
Και πλησιάζοντας με σχεδόν εξ επαφής, άπλωσε το ένα της χέρι και ακούμπησε το δείχτη του χεριού της πάνω στο γυμνό μου στήθος καθώς είχα ξεκούμπωτο το πουκάμισο και με μια αργή κίνηση όπως ένα γλυκό χάϊδεμα το έσυρε αργά προς τα κάτω. Είδε την αναστάτωση που μου προκάλεσε, και μάλλον ευχαριστημένη συνέχισε να με αγγίζει. Ήταν ένα άγγιγμα φαινομενικά αθώο, μπορεί χάϊδεμα απαλό ή άγγιγμα φιλικό, μπορεί και προσποιητό. Και εγώ ο άμοιρος με σκέψεις να οργιάζουν και το σώμα μου να αναριγά, σκέφτηκα πως αν με ένα απλό άγγιγμα του χεριού της μου προκαλούσε τόση αναστάτωση, με το άγγιγμα του κορμιού της μπορεί να με σκότωνε.
Όμως μέσα μου δεν έτρεφα ψευδαισθήσεις. Πίστευα πως έπαιζε μαζί μου όπως η γάτα με το ποντίκι. Ίσως γνωρίζοντας την σεξουαλική αύρα που εξέπεμπε με την αισθησιακή της έκφραση, της άρεσε να παιδεύει τους επί γης αρσενικούς. Διότι δεν ήταν δυνατό, μια καπετάνισσα να έδινε σημασία σε μένα, ένα παιδαρέλι άσημο και πρωτόμπαρκο που κανείς δεν λογάριαζε, εκτός αν είχε βίτσιο, ή καπρίτσιο από υπέρμετρη αυταρέσκεια.

Μετά από χρόνια πολλά που πέρασαν, όταν τη φέρνω στο νου μου θυμάμαι την γλυκιά αντίθεση ανάμεσα στο αγγελικό της πρόσωπο και στο κολασμένο καλλίγραμμο κορμί της. Θυμάμαι ιδιαίτερα τα βλέφαρα της που όταν τα σήκωσε και με κοίταξε, αναγνώρισα πρώτη μου φορά εντός των ομματιών της, τι σήμαινε προστυχιά και ερωτισμός.
Πολλές ήταν οι φορές αργότερα στα διάφορα λιμάνια που όταν αγκάλιαζα γυναίκες, έσβηνα το φως και φανταζόμουν πως αγκάλιαζα αυτήν. Τη φέρω ακόμα στο νου μου ως γλυκεία ανάμνηση κάθε τόσο καιρό, όποτε νοσταλγικά θυμάμαι εκείνους τους καλούς καιρούς στα άλμπουρα της νεότητος μου ως ναυτικός και ταξιδευτής, επί της γης όλων των μεγάλων θαλασσών.

ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΙΓΩΝΟ
Τα κουτσομπολιά στο πλοίο έπαιρναν και έφερναν. Στα μουλωχτά και στα κρυφά μεταξύ του πληρώματος τάχατες εμπιστευτικά για να μην τους ακούσει κάποιος χαφιές, κυριαρχούσε η κουβέντα για τη καπετάνισσα.
Ήταν έλεγαν, μια γυναίκα με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις που χωρίς αναστολές έριχνε τα δίχτυα της σε όποιον γουστάριζε υπό την ανοχή του συζύγου της που έκλεινε τα μάτια μη θέλοντας ίσως να δει κατάματα την οδυνηρή πραγματικότητα, αποφεύγοντας τοιουτοτρόπως συνέπειες που δεν επιθυμούσε.
Ίσως υπέθεταν, να τα είχε με το χαφιέ του καπετάνιου εκείνον τον ξανθό ναύτη με τους πολλούς μύες ίδιον με ντουβάρι, ίσως γι’ αυτό του επέτρεπαν να διαμένει στο πλωριό κομμοθέσιο μαζί τους. Ίσως ακόμα, να είχαν δημιουργήσει ερωτικό τρίγωνο, ένα φαινόμενο αρχέτυπο από καταβολής κόσμου, ανεξαρτήτως κοινωνικών και μορφωτικών στάτους, μιας σεξουαλικής διαστροφής πορωμένων και ζωώδων ενσίκτων χωρίς ηθικές αναστολές.
Της καταλογούσαν ακόλαστες ορέξεις που για να τις ικανοποιήσει δεν δίσταζε να προβαίνει σε πράξεις που πίσω άφηναν στάχτες και αποκαΐδια . Συμπεριφορές χωρίς ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες, μια στάση ζωής απελευθερωμένης από οποιαδήποτε σεξουαλική κουλτούρα.
Οι φήμες μεταξύ του πληρώματος οργίαζαν, ο καθένας πρόσθετε κάτι δικό του, και πόσα ήταν αληθινά μόνο ο θεός ήξερε. Ακόλαστους τους έλεγαν, και ανάλγητους βιτσιόζους της προστυχιάς τους κατονόμαζαν.
Βαριές κουβέντες, συνηθισμένες μεταξύ των αθκιασερών. Κουβέντες αληθινές και ψεύτικες, μια αγαπημένη ενασχόληση και ένα θλιβερό χόμπι των υποκριτών ανθρώπων που αγαπώντας τις ίντριγκες και τις δόλιες μηχανορραφίες, χωρίς άλλο λόγο εκτός της προσωπικής ευχαρίστησης, προσπαθούσαν από ζηλοφθονία, με μανία να προκαλέσουν βλάβη στους άλλους.
-Η απιστία είναι ένα οδυνηρό γεγονός που κλονίζει τη σχέση του αντρογύνου. Οι λόγοι είναι διαφορετικοί, κάποτε αυστηρά προσωπικοί και μοναδικοί καθώς άλλο είναι το σεξ, άλλο η αγάπη. Συνήθως ότι μένει κρυφό δεν πληγώνει, αλλά αν αυτό φανερωθεί, τότε προκύπτουν οι συνέπειες. Πολλές φορές όμως, σε κάποια ζευγάρια μοντέρνα και προχωρημένα, υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις, ώστε να μπορούν να μειώνουν τις ενοχές. Κάποιοι μεταξύ τους συμβιβάζονται και συνεργάζονται σε σχέσεις καθαρά απόλαυσης και ηδονής, χωρίς δεσμεύσεις ή οικείες σχέσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν διασάλευση και ρήξη αναμεταξύ του αντρογύνου. Τοιουτοτρόπως δεν χρειάζεται από καμιά πλευρά να ειπωθούν ψέματα και δικαιολογίες, καθώς υπάρχει η συνενοχή ή και η συμμετοχή. Ενεργώντας δι αυτού του τρόπου οι άνθρωποι, δεν υπόκεινται στη βάσανο ενός οδυνηρού χωρισμού, ούτε διακατέχονται από συναισθήματα που φθείρουν τη ψυχή, όπως ζήλεια, θυμό και θλίψη.
Αυτά αποφάνθηκε ο δεύτερος μηχανικός που θέλοντας να παραστήσει τον φιλόσοφο, έδωσε μια λογική εξήγηση και βρήκε ένα δίκαιο στους ανθρώπους που έπρατταν ομοίως. Όμως σε όλους μας ήταν γνωστή και η δική του ιστορία, πως και αυτουνού η μοίρα τον ήθελε ένα δυστυχή άνθρωπο που η σύζυγος του μια χοντρή και καθόλου συμπαθητική γυναίκα, του είχε κάνει το βίο δύσκολο. Μπροστά στα μάτια του φλερτάριζε με τον καθένα, στην προσπάθεια της επί σκοπού να τον μειώσει και να τον ρεζιλέψει. Ήταν φανερό πως ήταν μοχθηρή και του είχε επιβληθεί με φανερά τα αποτελέσματα. Αυτή ευτραφής και στρουμπουλή, αυτός ισχνός, πετσί και κόκαλο, τον είχε τέψει με την κακία της. Ερχόταν και έμενα μαζί του κατά καιρούς όποτε βαριόταν τη στεριανή ζωή και επιθυμούσε μια αλλαγή. Ήταν φανερό πως θέλοντας να δικαιολογήσει τη δική του ανοχή έναντι της, και νιώθοντας ενοχή για τη χαλαρή συμπεριφορά του, προσπαθούσε μέσα από φιλοσοφικές σοφιστείες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
Έτσι λοιπόν τα λόγια έπαιρναν και έφερναν, είχε δι αυτού του τρόπου το πλήρωμα κουβέντες να λέει και να συζητά περνώντας έτσι ευχάριστα τις ατελείωτες ώρες πάνω στο πλοίο.
Πολλές ιστορίες πραγματικές υπάρχουν που όπλισαν χέρια και τα έκαμαν δολοφονικά αδίκως, μόνο και μόνο από λόγια συκοφαντών, ψεύτικα και παραπλανητικά που έκαμαν κάποιους να πιστέψουν πως συνομωσίες υφαίνονταν εναντίον τους στα σκοτεινά.

Θέλω να πω πως όλα έμοιαζαν λόγια αληθινά, αλλά ήταν λόγια που κακοί ναυτικοί τα χρησιμοποίησαν για να βλάψουν ανθρώπους. Προσπάθησαν να δημιουργήσουν προβλήματα σε μένα και να με εκφοβίσουν παίρνοντας και φέρνοντας κουβέντες και κουτσομπολιά.
Άρχισαν τις διαβολές πως έτσι είπε αυτός, ή πως έτσι είπα εγώ. Ξεκίνησε την κουβέντα ο λοστρόμος λέγοντας μου πως βλέποντας τη καπετάνισσα να έχει γούστο σε μένα, ο ευνοούμενος του συζήγου της καπετάνιου ζήλεψε και θύμωσε, γι αυτό έπρεπε εγώ να προσέχω γιατι ήταν μοχθηρός και για να με κάνει να τον πιστέψω, μου εξιστόρησε ένα παλαιότερο γεγονός, πως σε μια ίδια ιστορία πριν λίγο καιρό με την ίδια υποψία, κάθε μέρα έδερνε ένα καημένο νέο ώσπου τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το πλοίο στο επόμενο λιμάνι.
Δεν έδωσα πολλή σημασία, γιατι σκέφτηκα πως δεν θα έδινα λόγο για δημιουργία παρεξηγήσεων, ούτε θα αφηνώμουν να παρασυρθώ σε ερωτικά παιχνίδια επικίνδυνα εν μέσω πελάγου όπου κάποιον εύκολα μπορούσε να τον παρασύρει και να τον πνίξει κάποιο τρικυμιασμένο κύμα, άρα τοιουτοτρόπως θα καταλάγιαζαν οι τυχόν υποψίες και ζήλειες του.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Καθημερινά στις 12 η ώρα μαζευόμασταν στη μικρή τραπεζαρία για το μεσημεριανό φαγητό. Ο μάγειρας ένας μικρούτσικος ανθρωπάκος που όσο μπόι του έλειπε τόση μαεστρία είχε στην τέχνη του, έφτιαχνε καταπληχτικά φαγητά που όλοι περιμέναμε να γευτούμε. Είχε ένα έμφυτο ταλέντο που ότι άγγιζε το μαγείρευε εξαιρετικά, φαγητά και λιχουδιές που προσμέναμε όχι μόνο για να θρεψουμε την πείνα μας, αλλά και να απολαύσουμε γεύσεις εξαιρετικές που πολύ καλά ήξερε να φτιάχνει.
Παρ’ όλη όμως την ευχαρίστηση των σπουδαίων γεύσεων που με αγαλλίαση πρόσμενα, εκείνες τις ώρες πάντα ένιωθα μια ανησυχία. Ήταν οι μοναδικές στιγμές που συναπαντιόμασταν με τον μαντράχαλο σπιούνο του καπετάνιου. Ερχόταν από τους πρώτους και αφού έτρωγε βιαστικά, κουβαλούσε στο πλωριό ντεκ ένα δίσκο με φαγητό που ετοίμαζε ο μάγειρας για τον καπετάνιο και την καπετάνισσα οι οποίοι συνήθως έτρωγαν στην καμπίνα τους.
Ανάμεσα μας είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη ένταση, και ένιωθα το βλέμμα του πάντα απειλητικό στραμμένο σε μένα, καταλαβαίνοντας πως η στιγμή της σύγκρουσης μας ήταν αναπόφευκτη. Κάποιοι ναύτες από το πλήρωμα σπιούνοι κυρίως μαέστροι του κουτσομπολιού, έπαιρναν και έφερναν κουβέντες που όξυναν τα πνεύματα ανάμεσα μας. Εκμεταλλευόμενοι τη μεγάλη του προσκόλληση και την ιδιαίτερη Ιψενική σχέση που ίσως είχε με τον καπετάνιο και τη καπετάνισσα, και μετά το θλιβερό όπως αποδείχτηκε επεισόδιο της φιλάρεσκης συμπεριφοράς της καπετάνισσας προς εμένα, κουτσομπολεύοντας κατασκεύασαν σενάρια και δημιούργησαν ίντριγκες, δολοπλοκίες και ραδιουργίες. Έφτιαξαν μια τεχνητή κατάσταση αντιπαράθεσης με αιτία την υποθετική αισθηματική προτίμηση της καπετάνισσας που μας έκανε να πιστεύουμε πως ήμασταν μεγάλοι αντίζηλοι και αδυσώπητοι εχθροί. Απύθμενο μίσος μέσα μας μαζεύτηκε με τον καιρό, έτοιμο να ξεχειλίσει και να ξεκινήσει ίσως ένα καυγά μέχρι εσχάτων εκεί στα άγνωστα μέρη, μέσα σε θάλασσες αχανείς και έρημες που πολλούς ναυτικούς είχε καταπιεί στο μαύρο της σκοτάδι μέσα σε νύχτες σκοτεινές και ασέληνες.

Έσπειραν και καλλιέργησαν στη ψυχή του μια μεγάλη ζήλια και μια υποψία πως ήμουν ένας επικίνδυνος αντίζηλος του, ενώ στη δική μου αντίληψη μια βεβαιότητα πως το απλό αθώο επεισόδιο που συνέβηκε με την καπετάνισσα, μόνο αυτό αρκούσε για «να μου πιει το αίμα» καθώς ήταν ένα αιμοβόρο άγριο θηρίο από τις Στέπες, ισχυρίζονταν οι κακοί συνάδελφοι μου θέλοντας να με εκφοβίσουν.
Και γω ο άμοιρος γνωρίζοντας την ανεπάρκεια μου απέναντι του καθώς ήταν πολύ μεγαλόσωμος ίδιος άγριο θηρίο, φρόντιζα να πηγαίνω καθυστερημένος για φαγητό όταν όλο το πλήρωμα ήταν μαζεμένο, ένας τρόπος που αποδείχτηκε αποτρεπτικός παράγοντας και για αρκετό καιρό τον κράτησε μακριά μου.
Ο φόβος όμως φώλιασε στη ψυχή μου, ένας τρόμος που όσο με λόγια συντηρείτο, με τον καιρό μεγάλωνε και γινόταν πανικός και εφιάλτης, ένα αδυσώπητο βάσανο στη σκέψη και στο είναι μου που όσο οι μέρες περνούσαν και νιώθοντας την αντιπαράθεση να μεγαλώνει και υπόγεια να υποβόσκει, παρακολουθούσα το μίσος του να μεγαλώνει καθώς φανερά το αντανακλούσε η όψη του.
Όλοι μας καταλαβαίναμε πως το κακό πολύ σύντομα θα ξεσπούσε. Οι περισσότεροι με αδημονία και χαιρεκακία περίμεναν να παρακολουθήσουν ένα τρικούβερτο καυγά να συμβαίνει ώστε σαν θεατές καλά να απολαύσουν και ύστερα τις επόμενες μέρες να έχουν τροφή για συζήτηση σπάζοντας τοιουτοτρόπως τη μονότονη και απέραντη μοναξιά τους πάνω στο πλοίο.
Και εγώ στις μαύρες σκέψεις μου πίστεψα τελικά πως δεν υπήρχε άλλη λύση, ή θα με σακάτευε αυτός, ή πρώτος εγώ έπρεπε κάποια νύχτα σκοτεινή να τον σκότωνα στον ύπνο του και ύστερα κρυφά να τον έριχνα να τον φαν τα ψάρια. Όσο οι μέρες περνούσαν πιο πολύ το σκαφτόμουνα, ώσπου με τον καιρό μου έγινε βίωμα, και απόφαση αμετάκλητη πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Με τις ώρες στις βάρδιες μου σκεφτόμουν τρόπους πως θα ενεργούσα, παρακολουθούσα τις κινήσεις του και κατασκεύαζα σενάρια. Κατέληξα πως δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταστρώσω ένα δολοφονικό σχέδιο, κανείς δεν θα έπαιρνε είδηση. Μόνο μια δυσκολία υπήρχε που με κατέτρωγε, θα έβρισκα το θάρρος να προβώ στην αποτρόπαιη πράξη. Αυτή η τρομερή σκέψη με κρατούσε και δεν έβαζα μπρος το σχέδιο που τελικά είχα καταστρώσει, ένα απλό και αποτελεσματικό σχέδιο που θα με απάλλασσε από τον επικίνδυνο εχθρό μου και από τον καθημερινό τρόμο που βασανιστικά μέσα μου φωλιασμένος ταλαιπωρούσε το νου μου.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε τρικυμία, αλλά είχε μεγάλα υπόγεια ρεύματα που έκαναν το πλοίο να μποτσαρει ενοχλητικά. Είχαμε ξεπλύνει και καθαρίσει τη μηχανή και το πετρέλαιο που χρησιμοποιήσαμε γέμισε στις σεντίνες. Σεντίνες είναι το κάτω μέρος των πλοίων όπου συγκεντρώνονται τα απόνερα. Από το μεγάλο μπατάρισμα όμως τα απόνερα κινδύνευαν να υπερχειλίσουν καθώς πολύ έγερνε το πλοίο, και να λερώσουν το πάτωμα του μηχανοστασίου. Είχα λάβει λοιπόν ειδοποίηση από τον δεύτερο μηχανικό να βιαστώ να φάω για μεσημέρι και γρήγορα να κατεβώ στη μηχανή να ξεκινήσω την αντλία να αδειάσω τις σεντίνες.
Έβαλα τις φόρμες εργασίας και πήγα στην κουζίνα όπου εξήγησα στον καλό μας μάγειρα τα πράγματα. Αυτός ένας κάλος άνθρωπος πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και ένα έξυπνο αστείο στα χείλη, με πολλή ευχαρίστηση μου είπε να πάω στην τραπεζαρία να καθίσω, και αυτός ο ίδιος χωρίς να περιμένει τον καμαρότο, θα μου έφερνε το φαγητό μου.
Ευχαριστημένος γιατί θα έτρωγα πριν την ώρα και έτσι θα γλύτωνα ένα κακό μοναχικό συναπάντημα με το πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου, κάθισα σε μια καρέκλα που ήταν βιδωμένη στο πάτωμα για να μην κουνιέται καθώς κουνιόταν το πλοίο, και ακούμπησα τα χέρια στο τραπέζι προσμένοντας με λαχτάρα τα καλούδια φαγητά που θα έτρωγα σε λίγο. Έγειρα τη ράχη πίσω, και η ματιά μου έμεινε να κοιτάζει την πόρτα από την όποια θα εισερχόταν ο καλός μάγειρας με τα καλύτερα φαγητά…
Είδα πρώτα τη σκιά του να μπαίνει στην πόρτα, και πίσω μια σιλουέτα να ακολουθεί. Κάτι όμως δεν μου άρεσε στη σκιά, μου φάνηκε διαφορετική, και αμέσως συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο μάγειρας, αλλά ο κακός του πληρώματος, ο μεγαλόσωμος σπιούνος του καραβιού.

Ο φόβος με έζωσε, αλλά μονομιάς ασυναίσθητα όπως πολλές φορές είχα σκεφτεί πως θα αντιδρούσα στην περίπτωση όταν θα προέκυπτε, με την καρδιά μου να χτυπά δυνατά σαν καμπάνα, σηκώθηκα και σε μηδέν χρόνο όρμησα σκυφτός και τον άρπαξα από τα μεγάλα πόδια. Με όλη μου τη δύναμη τον σήκωσα, μια δύναμη που είχε πολλαπλασιαστεί από την απελπισία και τον τρόμο που με κατέκλυσε, και το σώμα του έγειρε και έπεσε κάτω και εγώ από πάνω του. Ένας βαρύς γδούπος ακούστηκε, καθώς το κεφάλι του με περισσή δύναμη από τη φόρα που τον έσπρωξα, χτύπησε στον μπουλμέ του τοίχου. Μονομιάς σηκώθηκα και ήμουν έτοιμος για τον επόμενο γύρο, αλλά ξαφνιασμένος τον είδα να μένει καθιστός χάμω να με κοιτάζει με απλανές βλέμμα. Σε λίγο σηκώθηκε και πήρε τα βήματα του στο διάδρομο που οδηγούσε έξω στην κουβέρτα, προς τη μεριά της πλώρης. Λίγο πιο πέρα ο μάγειρας έστεκε ξαφνιασμένος παρακολουθώντας σαν χάννος μη πιστεύοντας πως όσα συνέβηκαν ήταν πραγματικά, πως το μεγάλο θηρίο ο ναύτης που σαν ντουβάρι κορμί γεμάτο μύες και μούσμουλα, να σηκώνεται να φεύγει και να μην αντιδρά, να μη μιλά και να συμπεριφέρεται ως δειλός.