ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Το φυσικό αέριο η βασική πηγή ενέργειας από το 2035


Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα διατηρήσουν την κεντιρκή τους σημασία στο παγκόσμιο ενεργειακό μέλλον, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νηογνωμόνα DNV GL για τη μετάβαση σε πιο φλικά προς το περιβάλλον ενεργειακά μοντέλα. Ενώ η ανανεώσιμη ενέργεια θα αυξήσει το μερίδιό της στο σύνολο των ενεργειακών μορφών που χρησιμοποιουνται, το αέριο θα γίνει η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας από μόνη της από το 2034.

Με βάση τις προβλέψεις του DNV GL, για την χρήση ενέργειας παγκοσμίως έως το 2050, η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας θα φτάσει σε σημείο ισορροπίας το 2030, στη συνέχεια θα μειωθεί σταθερά για τις επόμενες δύο δεκαετίες, χάρη στις σταδιακές μεταβολές στην ενεργειακή απόδοση. Η συνολική τελική ζήτηση ενέργειας από τα μέσα του αιώνα υπολογίζεται σε 430 exajoules (EJ), από 400 EJ το 2015. Αυτή η σχετικά μικρή, 7% αύξηση αντιπαραβάλλεται με τη γύρω στο 35% αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας που έχει συμβεί τα τελευταία 15 χρόνια.

Το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων στο σύνολο των ενεργειακών μορφών παγκοσμίως θα μειωθεί από 81% σήμερα σε 52% το 2050. Η ζήτηση για πετρέλαιο θα κορυφωθεί το 2022, λόγω των προσδοκιών για εκτόξευση της χρήσης των light ηλεκτρικών αυτοκινήτων, αντιπροσωπεύοντας το 50% των πωλήσεων νέων αυτοκινήτων μέχρι το 2035.

Το φυσικό αέριο θα συνεχίσει να διαδραματίζει καίριο ρόλο παράλληλα με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμβάλλοντας στην ικανοποίηση των μελλοντικών ενεργειακών αναγκών για χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες σκοπεύουν να αυξήσουν το μερίδιο του φυσικού αερίου στα αποθέματά τους και ο DNV GL αναμένει μια αυξανόμενη μετατόπιση από το 2022 καθώς οι επιχειρήσεις θα αποχαιρετούν την χρήση του πετρελαίου.

Η έκθεση αναφέρει ότι, παγκοσμίως, οι δαπάνες για τα ορυκτά καύσιμα θα μειωθούν άνω του 50%, από περίπου 3.400 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε 1.500 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2050, ενώ οι δαπάνες για μη ορυκτές πηγές ενέργειας δείχνουν μια αντίστροφη τάση, σημειώνοντας μια πενταπλάσια αύξηση, από περίπου 500 δολάρια δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στα 2.700 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2050.

“Σε όρους δολαρίου, η παγκόσμια κίνηση θα μειωθεί από περίπου 2.000 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2015 σε 1.500 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2050. Αντίθετα, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες αυξάνονται από 1.800 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2015 σε 2.600 δισεκατομμύρια δολάρια το έτος 2050. Η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική αύξηση των συνολικών ενεργειακών δαπανών, οι οποίες θα παραμείνουν περίπου σταθερές με την πάροδο του χρόνου”.