ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Το πρώτο ταξίδι…

nautikos_

Του Κυριάκου Ταπακούδη – Συγγραφέα και παλιού ναυτικού

Ήταν μικρός στα χρόνια αλλά ένιωθε και σκεφτόταν σαν μεγάλος. Αναρωτιόταν γιατί οι μεγαλύτεροι κάποιες φορές τούλεγαν όταν θα μεγαλώσει θα πήξει το μυαλό του. Δεν σκεφτόταν σαν μικρός παρά μόνο καταλάβαινε ότι ίσως οι μεγάλοι σκέφτονταν σαν μικροί. Μεγάλωσε και έζησε όλα τα παιδικά του χρόνια φτωχικά, χωρίς φαγητό τις παραπάνω μέρες. Θυμάται τους κρύους χειμώνες χωρίς θέρμανση, τα κρύα μπάνια, ακόμη και το μαγείρεμα πανω στη νηστιά από ξύλα αφου δεν υπήρχε αέριο στο γκάζι. Απο τον μπακάλη του χωριού αγόραζαν μονο ψωμί, πάντα βερεσέ που το ξοφλούσαν με πολλη δυσκολία. Ήσαν χρόνια παιδικά δύσκολα και φτωχικά, θυμάται τη μάνα του άρρωστη να υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου και να πεθαίνει νέα χωρίς να προλάβει να γεράσει.

Όταν πέρασαν τα χρόνια οι θύμισες έμειναν ανεξίτηλες, αλλά άντλησε μεγαλη έμπνευση και εμπειρίες από όσα έζησε σαν παιδί, ήταν εμπειρίες που τον σημάδεψαν και τον βοήθησαν να γίνει καρτερικός και υπομονετικός, κυριότερα έμαθε να βασίζεται στον εαυτό του. Με τις δυστυχίες και τις κακοτυχίες και χωρίς τα ελέη Θεού, ήταν φτωχά παιδικά χρόνια που θα τον ακολουθούσαν για πάντα στην υπόλοιπη του ζωή και θα επιδρούσαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και θα επηρέαζαν την μετέπειτα εξέλιξή και συμπεριφορά του.

Τέλειωσε το σχολειό, έμαθε γράμματα και κάμποσα Εγγλέζικα, αποφάσισε να ξενιτευτεί, να παει στα καράβια. Ένιωθε πως δεν τον χωρούσε ο τόπος, ένιωθε γυρω του τοίχους που τον φυλάκιζαν και περιόριζαν τους ορίζοντες του, τοίχους που ήταν όμως μικροί να τον κρατήσουν, έτσι μια μέρα τους προσπέρασε και έφυγε μακριά τους.

Αποτίναξε τα στενά δεσμά του περιβάλλοντος του, πλάτυνε τη στράτα που περπατούσε και ανοίχτηκε στα πέρατα του κόσμου. Έγινε διαβάτης και περπάτησε τη γη, έγινε θαλασσοπόρος και έπλευσε τη θάλασσα, είδε και γνώρισε πόλεις και χωριά, καινούργιους τόπους και ανθρώπους, νέα ήθη και έθιμα, άλλες κουλτούρες και νέα πραγματα αληθινά μυστήρια.

Θυμάται πολύ έντονα τους τελευταίους μήνες στο στρατό, υπηρετούσε σε ένα φυλάκιο στη βόρεια περιοχή της Πόλης. Έβρισκε δουλειά στα χωράφια με πέντε σελίνια μεροκάματο. Ήταν σκληροτράχηλα τα αφεντικά, δεν μπορούσε ούτε ανάσα να πάρει και δούλευε σκληρά. Το μεροκάματο πολύ μικρό, αλλά καθόλου δεν τον πείραζε, φτάνει που κάθε τόσες μέρες έβρισκε δουλειά. Φύλαε τα πέντε σελίνια με ευλάβεια, όταν απολύθηκε είχε φυλάμενες τρεις λίρες. Κατάφερε και βρήκε δουλειά σε μια αποθήκη με είκοσι λίρες το μήνα. Ήταν όμως πολύ προσωρινή, γιατί σε πολύ λίγο καιρό έφαγε πόρτα, του έφαγε τη δουλειά κάποιος συγγενής του αφεντικού. Όμως εκείνη τη μέρα τη θυμάται πολύ καλά, γιατί μέτρησε τις λίρες που με πολύ κόπο είχε μαζέψει, και ήταν όσες αρκούσαν να αγοράσει ένα εισιτήριο στο πλοίο «Κνωσός». Ανέβηκε στο βαπόρι και το μεγάλο ταξίδι ξεκίνησε…

Έστεκε στην πρύμνη και κοίταζε τους τόπους του να μένουν πίσω. Το πλοίο που τον έπαιρνε μακριά έμαθε πως έκανε το στερνό του ταξίδι και θα παροπλιζόταν. Ήταν γέρικο, το είχε φάει η θάλασσα. Το μόνο που έλπιζε ήταν το δικό του ταξίδι να μην ήταν το τελευταίο από την πατρίδα του, έλπιζε να τον βοήθαγε ο Θεός και κάποτε να γύριζε πίσω με προκοπή.

Με ανήσυχες σκέψεις να του γεμίζουν το μυαλό έστεκε και αποχαιρετούσε το νησί του ώσπου η στεριά χάθηκε και έμεινε μονο η απέραντη θάλασσα.

Η ωρα πέρασε και το σούρουπο τον βρήκε στην δια θέση ακουμπισμένο στα ρέλια. Το εισιτήριο που αγόρασε ήταν το φτηνό, θα την έβγαζε ξάγρυπνος στην κουβέρτα. Στεκόταν με τις σκέψεις να του τριβελίζουν το νου κάνοντας σχέδια και σκέψεις για το άγνωστο μέλλον που τον ανέμενε, με μια ελπίδα στην καρδιά να είναι καλύτερο από το μίζερο του παρελθόν.

Ύστερα ήρθε το πρωί και το φως της ημέρας φανέρωσε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που έσβηνε στις μακρινές αποστάσεις των οριζόντων. Ένιωσε τα βλέφαρα του να βαραίνουν, έκατσε και έγειρε τη ράχη στον μπουλμέ του πλοίου και αποκοιμήθηκε με τον δροσερό αέρα της θάλασσας να του σκάφτει δροσερά τα πρόσωπο.

Με τον παφλασμό του πλοίου στα κύματα για νανούρισμα κοιμήθηκε κάμποση ωρα, ώσπου ο ήλιος τον χτύπησε κατακούτελα και ξύπνησε. Έμεινε αγουροξυπνημένος να κοιτάζει τους επιβάτες να πηγαινοέρχονται μπροστά του, ενώ στην ήρεμη θάλασσα δελφίνια στο πλευρικό του πλοίου κολυμπούσαν και χοροπηδούσαν χαρούμενα.

Έμεινε ακουμπισμένος στα ρέλια να παρακολουθά τα παιχνιδίσματα των κυμάτων, δεν είχε βιάση, όλος το χρόνος του θεού ήταν μαζί του. Πέρασε όλη η μέρα, ήρθε η νύχτα, ξανάρθε το πρωί και τότε άκουσε χαρούμενες φωνές που φώναζαν, «στεριά, στεριά». Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε πέρα μακριά τη στεριά της Ελλάδας, που σιγά οσο πλησίαζαν το λιμάνι του Πειραιά έπαιρνε τη μορφή του. Ένιωσε μια ανατριχίλα να τον ριγά, σε λίγο θα πατούσε πανω στα ιερά χώματα της μάνας Πατρίδας, της Ελλάδας των Ελλήνων, της χώρας του φωτός και του πνεύματος.