Κάθε φορά που αυξάνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις σε περιοχές που είναι πολύ σημαντικές για τη ναυτιλία και το παγκόσμιο εμπόριο, επανέρχεται η ίδια κουβέντα, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι κάποιοι πλοιοκτήτες στέλνουν τα πλοία τους ρισκάρουν ανθρώπινες ζωές επειδή «έχουν ασφάλεια» ή ακόμη χειρότερα ότι, αν γίνει ζημιά, θα αποζημιωθούν και στο τέλος θα βγουν και κερδισμένοι.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύ λιγότερο απλή από όσο ακούγεται στα social media και στα σχόλια κάτω από τα θέματα ειδήσεων.
Με αφορμή την πολεμική σύγκρουση στην Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, η συζήτηση τις τελευταίες ημέρες έχει επικεντρωθεί στα αστρονομικά ναύλα των δεξαμενόπλοιων και φυσικά τους εφοπλιστές, οι οποίοι για να καρπωθούν από αυτή την αύξηση, στέλνουν τα πλοία και τα πληρώματα τους να περάσουν μέσα από επικίνδυνες και απαγορευμένες περιοχές.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι το να είναι ένα πλοίο ασφαλισμένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να περνά έτσι απλά από μια εμπόλεμη ή εξαιρετικά επικίνδυνη περιοχή. Η ασφάλιση δεν είναι λευκή επιταγή. Όταν ο κίνδυνος αυξάνεται ξαφνικά, οι όροι αλλάζουν, το κόστος ανεβαίνει πολύ και σε αρκετές περιπτώσεις η κάλυψη ξαναμπαίνει στο τραπέζι με νέους περιορισμούς.
Αυτό ακριβώς συνέβη και μετά την κλιμάκωση στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν η ασφαλιστική αγορά άρχισε να αντιδρά άμεσα για τα ταξίδια που σχετίζονται με τον Περσικό Κόλπο και το Στενό του Ορμούζ.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι κουτές και ούτε δίνουν έτσι απλά τα χρήματα τους με το «τσουβάλι». Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε καλύτερα και από παραδείγματα που έχουμε και εμείς στην ζωή μας. Όλοι έχουμε ακούσει ή αντιμετωπίσει πρόβλημα με τις ασφαλιστικές εταιρείες όταν υπάρχει ένα απλό τρακάρισμα και το πόσο δύσκολο είναι να δοθούν χρήματα. Είπαμε, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι ιδρύματα που απλά πετάνε τα λεφτά τους.
Σχετικά λοιπόν με τη ασφαλιστική κάλυψη ενός μεγάλου εμπορικού πλοίου, γίνεται μια μεγάλη παρεξήγηση. Πολλοί νομίζουν ότι η ασφάλιση «κόβεται» μονομιάς ή, από την άλλη πλευρά, ότι παραμένει όπως ήταν πριν. Ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι ακριβώς σωστό.
Αυτό που ισχύει είναι ότι σε τέτοιες κρίσεις οι ασφαλιστές έχουν δικαίωμα να ειδοποιήσουν ότι οι μέχρι τότε όροι δεν συνεχίζονται αυτόματα και ότι το συγκεκριμένο κομμάτι της κάλυψης αλλάζει σε πολύ σύντομο χρόνο. Σε αρκετές επίσημες ανακοινώσεις των τελευταίων ημερών, το χρονικό αυτό περιθώριο ήταν μόλις 72 ώρες.
Άρα δεν στέκει σωστά ούτε το απλοϊκό «όλα τα πλοία είναι καλυμμένα κανονικά» ούτε το «έμειναν τελείως ξεκρέμαστα». Η αλήθεια είναι στη μέση. Η κάλυψη δεν εξαφανίστηκε από την αγορά, αλλά μπήκε σε διαδικασία γρήγορης επανεξέτασης, με ακριβότερους όρους και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Με απλά λόγια, το πλοίο μπορεί να συνεχίσει να ασφαλίζεται, αλλά όχι με την ίδια άνεση, το ίδιο κόστος, τους ίδιους όρους και την ίδια λογική που ίσχυε πριν από την κρίση.

Υπάρχει και ένα δεύτερο σημείο που ο πολύς κόσμος δεν βλέπει. Η απειλή δεν είναι μόνο ένας πύραυλος ή μια επίθεση με drone. Οι επίσημες προειδοποιήσεις για την περιοχή αναφέρουν τις συνεχιζόμενες παρεμβολές στο σήμα του GPS και προβλήματα στη αναμετάδοση του σήματος των συσκευών AIS, δηλαδή σε συστήματα που είναι κρίσιμα για την ασφαλή ναυσιπλοΐα.
Όταν υπάρχουν πολλά πλοία μέσα σε μια σχετικά στενή θαλάσσια περιοχή, τα οποία μπορεί να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση ή να μπαίνουν και να βγαίνουν από τα λιμάνια και όλα αυτά εν μέσω ηλεκτρονικών παρεμβολών, αυξάνεται και ο κίνδυνος ατυχήματος, σύγκρουσης ή λανθασμένων χειρισμών. Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο το αν χτυπηθεί ένα πλοίο από κάποια ρουκέτα. Είναι και καθαρά πρακτικό, επιχειρησιακό και ανθρώπινο.
Γι’ αυτό και η κουβέντα ότι «οι εφοπλιστές στέλνουν τα πλοία του από τα στενά του Ορμούζ επειδή εάν συμβεί κάτι θα τα πληρώσει η ασφάλεια» είναι πολύ πρόχειρη. Καμία σοβαρή ναυτιλιακή απόφαση δεν λαμβάνεται τόσο απλά. Όταν τα ασφάλιστρα εκτοξεύονται, όταν οι όροι σκληραίνουν, όταν η περιοχή θεωρείται υψηλού κινδύνου και όταν υπάρχει πραγματικός φόβος για το πλήρωμα, το κόστος ενός transit δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και νομικό, και επιχειρησιακό, και ηθικό. Σε τέτοιες συνθήκες, πολλές ναυτιλιακές εταιρείες προτιμούν να καθυστερήσουν, να περιμένουν ή να αποφύγουν εντελώς την περιοχή, ακριβώς επειδή το ρίσκο δεν καλύπτεται «μαγικά» από μια ασφάλεια.
Χρειάζεται επίσης να ειπωθεί καθαρά και κάτι ακόμη. Το να ισχυρίζεται κανείς εύκολα ότι οι πλοιοκτήτες «βουλιάζουν πλοία για να πάρουν ασφάλειες» δεν είναι σοβαρή ανάλυση. Σε πραγματικές συνθήκες πολέμου ή ακραίου κινδύνου, οι αποζημιώσεις δεν δίδονται έτσι απλά, οι έλεγχοι είναι εξονυχιστικοί, οι όροι γίνονται αυστηρότεροι και κάθε περιστατικό εξετάζεται σε βάθος.
Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για εμπόλεμες ζώνες, ειδικές εξαιρέσεις, νέες ρήτρες και συνεχή επαναξιολόγηση του κινδύνου από ασφαλιστές και αντασφαλιστές. Όποιος νομίζει ότι πρόκειται για «εύκολο χρήμα», απλώς δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί πραγματικά αυτή η αγορά. Δηλαδή φτάσαμε στο σημείο να λέμε ότι οι εφοπλιστές «κονομάνε» 400.000-700.000 δολάρια την ημέρα, χωρίς να παίρνουν κανένα ρίσκο, αφού ότι συμβεί θα τα πληρώσουν τα κορόιδα οι ασφαλιστικές εταιρείας! Το πόσο λογικό είναι όλο αυτό το αφήνω στην κρίση του καθενός.
Το πιο κοντινό στην αλήθεια είναι το εξής. Σήμερα τα πλοία που συνδέονται με την περιοχή του Ορμούζ δεν είναι κατ’ ανάγκη ακάλυπτα, αλλά δεν κινούνται ούτε μέσα σε μια φυσιολογική ασφαλιστική πραγματικότητα. Η αγορά εξακολουθεί να δίνει λύσεις, όμως με πολύ μεγαλύτερη προσοχή, με ακριβότερο κόστος και με πολύ πιο σκληρούς όρους από πριν.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς αν «καλύπτεται» ένα πλοίο, αλλά αν αξίζει πλέον να περάσει από εκεί με τόσο βαρύ ρίσκο για το πλοίο, το φορτίο και κυρίως για τους ανθρώπους πάνω σε αυτό.
Και εκεί βρίσκεται η ουσία. Τα στενά του Ορμούζ μπορεί να μην είναι τυπικά κλειστά με επίσημη νομική πράξη, όμως στην πράξη η κατάσταση έχει γίνει τόσο επικίνδυνη ώστε η αγορά να συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει ένας ιδιότυπος περιορισμός. Όχι επειδή «οι ασφαλιστές πληρώνουν τα πάντα», αλλά επειδή ο πόλεμος, οι παρεμβολές, το αυξημένο κόστος και ο φόβος για τα πληρώματα αλλάζουν απότομα τους κανόνες του παιχνιδιού.
Και προφανώς ο εκάστοτε εφοπλιστής θέλει να βγάλει χρήματα. Όλοι οι επιχειρηματίες θέλουν να βγάλουν χρήματα. Από αυτό όμως, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να λέμε ότι «οι εφοπλιστές στέλνουν τα καράβια τους να περνάνε μέσα από εμπόλεμες περιοχές χωρίς να νοιάζονται για τις ανθρώπινες ζωές» νομίζω απέχει πολύ. Έχουν γίνει στο παρελθόν; Προφανώς και έχουν υπάρξει τέτοιες περιπτώσεις. Βρισκόμαστε όμως στο 2026 και όχι στο 1960.
Καμία μαρτυρία ναυτικού δεν υπάρχει μέχρι στιγμής η οποία να λέει ότι η ναυτιλιακή εταιρεία πίεσε το πλήρωμα ώστε να περάσει από τα στενά του Ορμούζ χωρίς την θέληση τους. Έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλά, δεν γνωρίζουμε όμως τι είναι αλήθεια. Υπάρχουν εξαιρέσεις; Σίγουρα υπάρχουν εξαιρέσεις, δεν λέω το αντίθετο. Άλλο όμως να υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις και άλλο να «παίρνει η μπάλα» όλους και όλα.
Και επειδή το ερώτημα μπορεί να είναι: «μα καλά, όλα αυτά για τα αστρονομικά ναύλα των VLCC που διαβάζουμε τι είναι; Δεν αφορούν πλοία τα οποία θα πρέπει αν περάσουν τα στενά για να φορτώσου;». Είναι μια εύλογη απορία, αλλά πρώτον, θεωρώ ότι όταν αποφασιστεί ένα πλοίο να περάσει δεν θα γίνει ελαφρά την καρδία και φυσικά θα υπάρχουν και κάποιες εγγυήσεις και δεύτερον, ο εφοπλιστής μπορεί να κλείνει ένα τέτοιο ναύλο, αλλά ποντάρει κιόλας ότι θα αποκλιμακωθεί η κατάσταση και κάποια στιγμή θα ανοίξουν και πάλι τα στενά.
Η ναυτιλιακή και παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις. Προτεραιότητα όλων θα πρέπει να είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Όλοι ελπίζουν να μην θρηνήσουμε άλλους αθώους ναυτικούς.
















