Η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση για την τοποθέτηση και εκμετάλλευση ναυδέτων σε περιοχές εκτός λιμένων έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον χώρο του θαλάσσιου τουρισμού και των νησιωτικών κοινωνιών. Η Ένωση Ναυτικών Πρακτόρων Ελληνικών Νήσων (Ε.Ν.Π.Ε.Ν.), μέσω ανοιχτής επιστολής προς τον Πρωθυπουργό και τα αρμόδια υπουργεία, εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τις πιθανές εθνικές και οικονομικές επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν από την εφαρμογή της.

Στην επιστολή γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα ακριτικά νησιά και στον κίνδυνο επιχειρηματικής διείσδυσης εταιρειών τρίτων χωρών σε ευαίσθητες περιοχές, όπως όρμοι, ακτές και κόλποι. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ΚΥΑ δεν περιλαμβάνει επαρκείς δικλείδες ασφαλείας για την προστασία της εθνικής κυριαρχίας και της τοπικής οικονομίας, με την Ε.Ν.Π.Ε.Ν. να ζητά αυστηρότερους όρους και αυξημένο κρατικό έλεγχο στην εκμετάλλευση των συγκεκριμένων περιοχών.
Διαβάστε την επιστολή της Ε.Ν.Π.Ε.Ν.:
«Mε αφορμή της υπ’ αριθμό 3000.0/44137/2025 (ΦΕΚ Β 3117/19.06.2025) Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Εθνικής Άμυνας – Περιβάλλοντος και Ενέργειας – Πολιτισμού – Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής – Τουρισμού, αναφορικά με τους όρους και την διαδικασία τοποθέτησης και εκμετάλλευσης ναυδέτων για τουριστικά πλοία και μικρά σκάφη, εκτός θαλασσίων ζωνών λιμένα, και της ευρύτερης ανησυχίας και αναστάτωσης που έχει προκαλέσει η απόφαση αυτή στον χώρο του θαλάσσιου τουρισμού και όχι μόνο, θα ήθελα να εκφράσω κάποιες προσωπικές μου σκέψεις και ανησυχίες, υπό την ιδιότητά μου ως Επίτιμος Πρόεδρος της Ένωσης Ναυτικών Πρακτόρων Ελληνικών Νήσων (ΕΝΠΕΝ).
Δεν θα αναφερθώ στις θέσεις της ΕΝΠΕΝ, οι οποίες έχουν διατυπωθεί επανειλημμένως μετά την ισχύ της εν λόγω ΚΥΑ, και με τις οποίες συντάσσομαι πλήρως και συμφωνώ απόλυτα. Θα περιοριστώ στην αμιγώς Εθνική διάσταση και στους σοβαρούς Εθνικούς κινδύνους που εγκυμονεί η εν λόγω ΚΥΑ, παράμετροι που θεωρώ ότι δεν έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψιν από τους αρμόδιους Υπουργούς, καταλήγοντας στην συγκεκριμένη κοινή απόφασή τους, με την συγκεκριμένη διατύπωση αυτής.
Ο προβληματισμός μου, αφορά κυρίως τα ακριτικά μας νησιά, και δη αυτά που βρίσκονται στα σύνορα με την γείτονα Τουρκία, η οποία όχι μόνο έχει εκφράσει διαχρονικά τις βλέψεις της και τις ανιστόρητες απόψεις της για τα νησιά αυτά, αλλά πρόσφατα, ετοιμάζει όπως ακούμε όλοι μας, να νομοθετήσει εσωτερικά, βάζοντας ισχυρότατα θεμέλια στήριξης του γνωστού σε όλους μας «casus belli» και της γαλάζιας πατρίδας που αποτελούν μόνιμη Εθνική απειλή και κίνδυνο για τα Εθνικά συμφέροντα και Κυριαρχικά Δικαιώματα της νησιωτικής Πατρίδας μας.
Εν μέσω αυτής της εσωτερικά πλέον επικείμενης θεσμοθέτησης από την γείτονα χώρα, η δική μας χώρα, θεωρώ χωρίς ιδιαίτερο Εθνικό προβληματισμό, προχώρησε τον Ιούνιο του 2025 στην ψήφιση της εν λόγω ΚΥΑ, η οποία χωρίς να θέτει Εθνικά κριτήρια και περιορισμούς όπως εγώ αντιλαμβάνομαι, επιτρέπει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να αιτηθεί την πόντιση και επιχειρηματική εκμετάλλευση των λεγόμενων ναύδετων, ή αλλιώς αγκυροβολίων, σε διάφορους κόλπους και φυσικές ομορφιές της νησιωτικής μας Πατρίδας. Προφανώς και έχουν τεθεί κάποιοι όροι όπως διαβάζω στην εν λόγω ΚΥΑ, πλην όμως οι όροι και οι προϋποθέσεις αυτές, παραλείπουν μία πολύ σοβαρή παράμετρο για τα ακριτικά μας τουλάχιστον νησιά, που αφορά την Εθνική Κυριαρχία και την διασφάλιση των Εθνικών συμφερόντων και δικαιωμάτων της Πατρίδας μας.
Με την συγκεκριμένη διατύπωση του νόμου, η γείτονα χώρα μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί επιχειρηματικά υπό την μορφή των ναυδέτων, σε όλα τα ακριτικά μας νησιά, αυτά που η εκάστοτε Τουρκική Κυβέρνηση διαχρονικά, έχει θέσει ως Εθνικό στόχο και Εθνική Εξωτερική της πολιτική, μόνιμα, σταθερά και αταλάντευτα επί σειρά πάρα πολλών ετών, ανεξαρτήτως της εκάστοτε Πολιτικής Ηγεσίας της. Με βάση την ΚΥΑ περί των ναυδέτων, θεωρώ απόλυτα βέβαιο ότι σε πολύ σύντομο χρόνο, μεγάλες και οικονομικά εύρωστες επιχειρήσεις και εταιρείες της γείτονος(όπως ήδη κάνουν ιδρύοντας εταιρίες με έναν τυπικά Έλληνα εκπρόσωπο για να δραστηριοποιούνται στη χώρα μας τα Επαγγελματικά Σκάφη τους) θα αιτηθούν και πιθανότατα θα αποκτήσουν επιχειρηματική πρόσβαση σε πάρα πολλές ακτές, κόλπους, όρμους και φυσικές ομορφιές των ακριτικών μας νησιών.
Διαβάζω προσεκτικά την ΚΥΑ, και δεν διαπιστώνω κάποια ελάχιστα Εθνικά εχέγγυα, όρους και προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με το νόμο 1892/1990 (ΦΕΚ Α΄101), και συγκεκριμένα τα άρθρα 24, 25 και 26 αυτού, αναφορικά με την αγορά ακινήτων από πολίτες ή νομικά πρόσωπα τρίτης χώρας. Στην περίπτωση δηλαδή της αγοράς ακινήτων, λόγω της αμυντικά ευαίσθητης περιοχής των ακριτικών μας νησιών και της παραμεθορίου εν γένει, ο νομοθέτης, έθεσε μία δικλείδα ασφαλείας, προκειμένου ένας πολίτης ή εταιρεία τρίτης χώρας (γνωρίζοντας πολύ καλά ποια χώρα φωτογραφίζει ο νομοθέτης), να δύναται να αποκλειστεί από την αγορά αυτήν σε περίπτωση που το επιτάσσουν λόγοι Εθνικής Ασφάλειας.
Αναρωτιέμαι λοιπόν εύλογα θέλω να πιστεύω, σε τί διαφέρει η αγορά ενός ακινήτου, από την εκμίσθωση μίας ακτής, ενός κόλπου ή ενός όρμου στα ακριτικά μας νησιά, με δυνατότητα αποκλειστικής εκμετάλλευσης από μία Τούρκικη (για να λέμε τις φοβίες μας με το όνομά τους), εταιρεία ή ατομική επιχείρηση; Πώς διασφαλίζεται η αμυντική θωράκιση των ακριτικών μας νησιών, όταν τόσο εύκολα και απλά, θα μπορούν οι οικονομικά εύρωστες επιχειρήσεις της γείτονος χώρας, να ελέγχουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα (αναλόγως της έντασης με την οποία θα εισέλθουν στο χώρο), ευαίσθητες περιοχές, όπως οι ακτές, οι όρμοι και οι κόλποι των ακριτικών μας νησιών;
Αλλά ακόμα και το γεγονός ότι θα εισέλθουν ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα, στον θαλάσσιο τουρισμό της νησιωτικής Πατρίδας μας, ελέγχοντας ένα μεγάλο (εάν όχι το μεγαλύτερο) τμήμα αυτού, θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την χώρα μας και δη την οικονομική επιβίωση των ακριτικών μας νησιών, δεδομένου ότι η βαριά βιομηχανία μας, είναι ο τουρισμός σε όλες τις εκφάνσεις του, συνεπώς και ο θαλάσσιος τουρισμός. Και φυσικά, τα χρήματα από τα κέρδη των επιχειρήσεων αυτών, με έδρα σε ξένες χώρες, θα ήταν ανόητο και επιπόλαιο από μέρους μας, να πιστέψουμε ότι θα παραμείνουν στην πραγματική οικονομία της χώρας μας και των ακριτικών νησιών μας. Το πιθανότερο σενάριο είναι η εξαγωγή τεράστιων κεφαλαίων από την εκμετάλλευση του θαλάσσιου τουρισμού, προς το εξωτερικό, και η συνακόλουθη απώλεια υπερπολύτιμων πόρων και η εκροή συναλλάγματος, από την πραγματική οικονομία της χώρας μας και δη των ακριτικών μας νησιών.
Υπό το πρίσμα αυτής της Εθνικής ανησυχίας μου, όντας ακρίτας και ο ίδιος, καθώς διαμένω μόνιμα στην Ρόδο πάρα πολλά χρόνια, διατηρώντας επιχειρηματική δραστηριότητα όλα αυτά τα χρόνια, θα ήθελα να σκεφτούν σοβαρά τα αρμόδια Υπουργεία, όπως εισάγουν με σχετική τροπολογία, αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις που θα αποκλείουν στην ουσία επιχειρήσεις τρίτων χωρών (για να μην αναφερθώ στην συγκεκριμένη μόνο χώρα), από την είσοδό τους στην εκμετάλλευση των κόλπων, όρμων, ακτογραμμών και φυσικών ομορφιών των ακριτικών μας νησιών, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την αμυντική θωράκιση και ασφάλεια της χώρας μας, αλλά και την οικονομική βιωσιμότητα των ακριτικών μας νησιών.
Για τον λόγο αυτόν άλλωστε και η ΕΝΠΕΝ, έθεσε με τις προτάσεις της ως όρο, η εκμετάλλευση αυτής της Εθνικά ευαίσθητης φυσικής ομορφιάς των νησιών μας, να περνάει μέσα από το εχέγγυο της πλειοψηφικής Κρατικής ή Αυτοδιοικητικής συμμετοχής και διαχείρισης της κάθε μορφής επιχείρησης (νομικό ή φυσικό πρόσωπο), με ποσοστό συμμετοχής 70%, ώστε να αδυνατεί ο εκάστοτε επιχειρηματίας, να αποκτήσει ποτέ τον πλήρη έλεγχο των ευαίσθητων αυτών περιοχών (αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση). Η ιδιωτικοποίηση των χώρων αυτών, χωρίς Εθνικούς φραγμούς και εχέγγυα, που μόνο η πλειοψηφική συμμετοχή του Κράτους ή της εκάστοτε τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορεί να διασφαλίσει, είναι Εθνικά επικίνδυνη και ανοίγει κερκόπορτες σε όσους καραδοκούν για να αρπάξουν την ευκαιρία.
Τόσο εγώ προσωπικά, όσο και η ΕΝΠΕΝ με τις προτάσεις που έχει καταθέσει αρμοδίως και έχει δημοσιοποιήσει στα διάφορα φόρα, πιστεύουμε ακράδαντα, ότι θα πρέπει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποκλειστεί η δυνατότητα «εισβολής» στα ακριτικά νησιά μας, επιχειρηματικών κύκλων αμφιβόλου Εθνικής προέλευσης και συμφερόντων. Ευελπιστώ καλόπιστα, ότι οι αρμόδιοι Υπουργοί, θα προβληματιστούν από τις ως άνω σκέψεις μου, και θα τροποποιήσουν αναλόγως την σχετική ΚΥΑ, η οποία κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά με Εθνικά επικίνδυνα και ελλιπή όρια και προϋποθέσεις».















