Ύστερα από πολλούς μήνες που τα πλοία περνούσαν μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, οι πρώτες ενδείξεις επιστροφής στην Ερυθρά Θάλασσα αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Η απόφαση της Maersk και της Hapag-Lloyd να ξεκινήσουν να στέλνουν τα πλοία τους μέσω της Διώρυγας του Σουέζ αποτελεί ίσως την πιο σημαντική εξέλιξη των τελευταίων μηνών.

Η ανακοίνωση αφορά συγκεκριμένες υπηρεσίες του κοινού τους δικτύου Gemini και έρχεται μετά από αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι δύο εταιρείες ξεκαθαρίζουν ότι δεν πρόκειται για πλήρη επιστροφή όλων των δρομολογίων, αλλά για ένα πρώτο, προσεκτικό βήμα, το οποίο θα επανεκτιμάται συνεχώς ανάλογα με τις εξελίξεις στην περιοχή.
Η κίνηση αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όσο δείχνει με μια πρώτη ματιά, αν ληφθεί υπόψη ότι τα τέλη του 2023, οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα ανάγκασαν σχεδόν όλες τις μεγάλες εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να εγκαταλείψουν τη θαλάσσια διαδρομή μέσω του Σουέζ και να επιλέξουν να πλεύσουν μέσω της Αφρικής. Το αποτέλεσμα ήταν μεγαλύτερα ταξίδια, σημαντικά αυξημένη κατανάλωση καυσίμων, έλλειψη διαθέσιμης χωρητικότητας και εκτόξευση των ναύλων.
Η έστω και περιορισμένη επιστροφή, δείχνει ότι οι μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς θεωρούν πως το επίπεδο κινδύνου έχει μειωθεί αρκετά ώστε να ξεκινήσουν και πάλι να χρησιμοποιούν αυτήν την συντομότερη θαλάσσια σύνδεση μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Για τους πωλητές και τους αγοραστές, αυτό σημαίνει αισθητά μικρότερους χρόνους μεταφοράς. Σύμφωνα με τη Maersk, σε ορισμένα δρομολόγια η εξοικονόμηση του χρόνου μπορεί να φθάσει ακόμη και τις τέσσερις εβδομάδες σε σχέση με τον περίπλου της Αφρικής.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα έχει τελειώσει και οι περισσότερες ναυτιλιακές εταιρίες εξακολουθούν να κινούνται μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, ενώ επισημαίνουν ότι οποιαδήποτε νέα επιδείνωση της κατάστασης μπορεί να οδηγήσει και πάλι σε αλλαγή σχεδίων. Η ασφάλεια των πληρωμάτων παραμένει ο βασικός παράγοντας που καθορίζει κάθε επιχειρησιακή απόφαση.
Η εξέλιξη παρακολουθείται στενά και από τους αναλυτές της ναυλαγοράς, αφού η σταδιακή επιστροφή περισσότερων πλοίων μεταφοράς κοντέινερ στη διαδρομή μέσω Σουέζ θα απελευθερώσει σημαντική χωρητικότητα που μέχρι σήμερα «χανόταν» λόγω των πολύ μεγαλύτερων ταξιδιών γύρω από την Αφρική.
Αυτό θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις στους ναύλους τους επόμενους μήνες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου παραδίδονται και αρκετά νέα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων από τα ασιατικά ναυπηγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την ανακοίνωση της Maersk οι μετοχές τόσο της ίδιας όσο και της Hapag-Lloyd υποχώρησαν, καθώς η αγορά προεξόφλησε πιθανή αποκλιμάκωση των ναύλων εάν συνεχιστεί η επιστροφή στο Σουέζ.
Αν και οι ελληνικές εταιρείες δεν δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στις τακτικές γραμμές μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, μια ενδεχόμενη ομαλοποίηση στην Ερυθρά Θάλασσα θα επηρεάσει συνολικά την ισορροπία της αγοράς, τη διαθεσιμότητα πλοίων και τη λειτουργία των μεγάλων λιμένων. Παράλληλα, αρκετές ελληνικές εταιρείες διαχειρίζονται containerships που ναυλώνονται από τις μεγάλες εταιρείες εμπορευματοκιβωτίων, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αλλαγή στις διαδρομές των κολοσσών της αγοράς έχει άμεσο αντίκτυπο και στον ελληνόκτητο στόλο.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτή η κίνηση αποτελεί την αρχή της επιστροφής στη «φυσιολογική» λειτουργία της γραμμής Ασίας–Ευρώπης ή αν θα είναι απλά μια προσωρινή δοκιμαστική περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση των δύο μεγαλύτερων εταίρων του δικτύου Gemini αποτελεί το πιο σαφές μήνυμα μέχρι σήμερα ότι η διεθνής ναυτιλία αρχίζει, έστω με προσεκτικά βήματα, να κοιτάζει ξανά προς τη Διώρυγα του Σουέζ.















