Μαγνησία: Ιστορικά τεκμήρια στο βυθό

Τα ναυάγια, που ανάγονται στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αφηγούνται σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αποδίδονται στην καταδυτική κοινότητα για καταδύσεις αναψυχής.

Μετά το άνοιγμα το πρώτου υποβρύχιου μουσείου στην Περιστέρα της Αλοννήσου, με το αντίστοιχο στον Δυτικό Παγασητικό σε απόσταση αναπνοής, γίνεται ένα ακόμη σημαντικό βήμα, με τρία σημεία αναφοράς για τη Μαγνησία.

Σύμφωνα με την εισήγηση της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, τα 91 ναυάγια πλοίων και αεροπλάνων που καταρρίφθηκαν, αποτελούν την πρώτη ομάδα ναυαγίων, τα οποία θα αποδοθούν στην καταδυτική κοινότητα για καταδύσεις αναψυχής, με συγκεκριμένους όρους.

Τρία ενάλια τεκμήρια ιστορίας της νεότερης περιόδου περιλαμβάνονται στη Μαγνησία. Πρόκειται για το γερμανικό πολεμικό αεροσκάφος Junkers 88, που προσθαλασσώθηκε την 27η Μαΐου 1942 έμπροσθεν του φάρου της Ψαθούρας και βρίσκεται σε μέγιστο βάθος 32 μέτρων.

Επίσης το γερμανικό ατμόπλοιο VOLOS, που βρίσκεται σε μέγιστο βάθος 57 μέτρων, βυθίστηκε στον ύφαλο Λευτέρης, στη Μαγνησία, από σφάλμα, την 21η Φεβρουαρίου 1931.

Τη δική του ιστορία αφηγείται, στο μεταξύ, το Σλέπι, δηλαδή μικρό φορτηγό πλοίο, με την επωνυμία ΧΡΗΣΤΟΣ, που βυθίστηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μέγιστο βάθος 22 μέτρων στον Πτελεό.

Υποβρύχιες περιηγήσεις

«Ο συνδυασμός των καταδυτικών πάρκων με τους υποθαλάσσιους χώρους που φιλοξενούν και προστατεύουν ιστορικά ναυάγια είναι μέγα πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Οφείλουμε να το αξιοποιήσουμε, καθώς προσθέτει υπεραξία στον τουρισμό και δημιουργεί προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών», σύμφωνα με δήλωση της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, η οποία υπεραμύνεται της θέσης ότι «οι υποβρύχιες περιηγήσεις αποτελούν μία ειδική, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή τουρισμού που προσελκύει επισκέπτες υψηλού επιπέδου και εισοδήματος».

Μεταξύ των 91 ναυαγίων συμπεριλαμβάνονται ναυάγια, τα οποία βρίσκονται ήδη υπό καθεστώς εντατικής διερεύνησης από την Εφορεία Εναλίων και ναυάγια για τα οποία υπάρχουν λεπτομερείς αναφορές και στα οποία έχουν πραγματοποιηθεί εκτενείς φωτογραφικές σαρώσεις και κινηματογραφήσεις. Τέλος, για κάποια ναυάγια διατίθεται ελάχιστο υλικό τεκμηρίωσης, κυρίως λόγω του μεγάλου βάθους ή των συνθηκών θολερότητας της θάλασσας στις περιοχές που βρίσκονται.

Πεδίο διερεύνησης

Στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος βρέθηκε προ πολλών ετών το πολεμικό γερμανικό ελαφρύ βομβαρδιστικό Junkers-88, που βρίσκεται στον βυθό της θάλασσας, στην περιοχή της Ψαθούρας, ενώ σύμφωνα με μαρτυρία, το πλήρωμα σώθηκε.

Το βυθισμένο πολεμικό αεροσκάφος ερεύνησε ο Βασίλης Μεντόγιαννης, επαγγελματίας δύτης, με ειδικότητα στην ενάλια έρευνα – τεκμηρίωση, ο οποίος κατέγραψε τις εντυπωσιακές φωτογραφίες που παρουσιάζονται στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, καθώς και το σχετικό κείμενο. «Οσα χρόνια και αν περάσουν, η πρώτη εικόνα, η πρώτη στιγμή όταν συναντάς ένα ναυάγιο, μένει χαραγμένη στο μυαλό σου για πάντα. Βρισκόμαστε σε βάθος 32 μέτρα όταν ακριβώς μπροστά μας σε σκούρο βραχώδη βυθό, μέσα σε ένα απόκοσμο σκηνικό βρίσκεται σιωπηλό το αεροπλάνο» περιγράφει την πρώτη «συνάντηση» με το βυθισμένο αεροσκάφος, το 1999.

Ο φάρος της Ψαθούρας βρίσκεται περίπου 22 ναυτικά μίλια μακριά από το λιμάνι της Στενής Βάλας στο βορειότερο σημείο των Σποράδων και με την ταχύτητα των 17 κόμβων. Το σημείο όπου βρίσκεται το ναυάγιο, περιβάλλεται από βράχους, δημιουργώντας σχεδόν ένα κοίλωμα. Στη μέση του βρίσκεται το ναυάγιο.

«Τα φτερά του παραμένουν ακέραια, αλλά όλο το τμήμα του ουραίου έχει διαλυθεί σε μικρά κομμάτια. Ο θάλαμος διακυβέρνησης έχει επίσης διαλυθεί, όργανα, ένα κάθισμα του πληρώματος και πολλά αλλά είναι πεσμένα ακριβώς μπροστά. Εφόσον η ρυγχαία δομή του αεροσκάφους έχει διαλυθεί δεν μπορούμε και να εντοπίσουμε το ταμπελάκι, κάποιες προσπάθειες που έγιναν στα μεταλλικά τμήματα που βρέθηκαν δεν έδειξαν τίποτα. Οι δυο κινητήρες που διέθετε το αεροπλάνο είναι πεσμένοι ακριβώς μπροστά από τα φτερά, έλικες και άλλες λεπτομέρειες δεν υπάρχουν. Γεγονός που προκύπτει από τη βίαιη προσθαλάσσωση του. Ενα πολυβόλο, γεμιστήρες, το πιστόλι των φωτοβολίδων, κάποια όργανα και αλλά αντικείμενα συγκεντρώνονται σε ένα σημείο για να ανελκυστούν λίγο πριν την τελευταία μας κατάδυση», γράφει ο κ. Μεντόγιαννης.

Συγκλονιστική μαρτυρία

«Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγώ με το φαροφύλακα πατέρα μου και τη μάνα μου ήμασταν κάτοικοι της Ψαθούρας. Στη περίοδο του πολέμου σημειώθηκαν δυο περιστατικά που συντάραξαν την ήσυχη και απομονωμένη ζωή μας», αφηγήθηκε ο Γιώργος Αγάλλου, στις 2 Ιουνίου του 1996.

«Το πρώτο σημειώθηκε στις 27 Μαΐου του 1942. Ηταν μια ήρεμη νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι, όταν ακούσαμε το θόρυβο μηχανής αεροπλάνου πολύ κοντά πάνω από τα κεφάλια μας. Ένα αεροπλάνο έκανε βόλτες γύρω-γύρω από το φάρο. Ο φάρος ήταν κλειστός λόγω πόλεμου κι άναβε μόνο από κυβερνητική διαταγή, αν χρειαζόταν. Από φόβο βομβαρδισμού, γιατί εκείνη την εποχή δεν ήξερες από πού θα σου ‘ρθει, βγήκαμε έξω και κρυφτήκαμε στους θάμνους

Η ώρα ήταν 2:00 τα μεσάνυχτα και ο καιρός μπουνάτσα. Από πάνω μας διαγραφόταν καθαρά ένα μεγάλο αεροπλάνο που έκανε κύκλους. Ξαφνικά η μηχανή έσβησε. Οπως μάθαμε αργότερα, αυτό συνέβη γιατί τελείωσαν τα καύσιμα. Το πολεμικό αεροπλάνο προσθαλασσώθηκε ανοιχτά από την ξερά του Μαΐστρου, διένυσε κάποια απόσταση και μετά βούλιαξε σε άλλο σημείο. Σε αυτό το διάστημα το πλήρωμα του το εγκατέλειψε πολύ γρήγορα με τη σωστική λέμβο.

Εγώ με τον πατέρα μου, Αγάλλου Αγάλλο τους φωνάξαμε από την στεριά και τους υποδεικνύαμε το μέρος όπου θα μπορούσαν να βγουν. Μάλιστα ο πατέρας μου επειδή κάπνιζε πήρε κι άναψε αρκετά σπίρτα μαζί και τους καθοδήγησε στο συγκεκριμένο σημείο της ακτής. Όταν βγήκαν έξω τράβηξαν τη λέμβο, μας ευχαρίστησαν και πήγαμε στο φάρο.

Εκεί τους ρωτήσαμε αν θέλουν να φανέ, κι αυτοί απάντησαν όχι. Έτρωγαν φρέσκα κρεμμύδια από τον κήπο μας από φόβο μήπως τους δηλητηριάσουμε. Μετά πλύθηκαν ρίχνοντας ο ένας νερό στον άλλο με το γκαζοτενεκέ από τη στέρνα. Στη συνέχεια έπεσαν για ύπνο έχοντας πάντα για φρουρά εναλλάξ έναν από τους τέσσερις τους…», ανέφερε ο γιός του φαροφύλακα, περιγράφοντας στον Βασίλη Μεντόγιαννη την περιπέτεια των επιβαινόντων στο πολεμικό αεροσκάφος, οι οποίοι διασώθηκαν.

Πλοίο με ιστορία

Μια δεκαετία νωρίτερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1931 το γερμανικό φορτηγό ατμόπλοιο «S/S VOLOS» προσκρούει στον ύφαλο «Λευτέρη» και βυθίζεται στα μεταξύ Σκιάθου και Πηλίου. Μία δεκαετία αργότερα, εν μέσω Β’ Παγκοσμίου, το ναυάγιο θα σταθεί αφορμή για να γυριστεί ένα από τα πρώτα καταδυτικά φιλμ στην ιστορία.

Τον Ιούνιο του 1942, εν μέσω γερμανικής κατοχής, ο αυστριακός θαλάσσιος βιολόγος και ερευνητής Hans Hass επισκέφθηκε το ναυάγιο του S/S VOLOS στα πλαίσια μιας καταδυτικής αποστολής. Είχε μάλιστα την υποστήριξη του γερμανικού στρατού κατοχής, τόσο σε επίπεδο εξοπλισμού, καθώς και στην οργάνωση.

Το ντοκιμαντέρ αυτό με τον γερμανικό τίτλο «Menschen unter Haien» (Ανθρωποι και Καρχαρίες), αποτελεί σήμερα ένα από τα κλασικά πλέον φιλμ των πρώιμων υποθαλάσσιων ερευνών. Στο μέσο περίπου του ντοκιμαντέρ υπάρχουν σκηνές που κινηματογραφήθηκαν υποβρύχια στο ναυάγιο του S/S VOLOS.

Τον Νοέμβριο του 2020, η καταδυτική ομάδα του Αντώνη Γράφα βούτηξε στο ίδιο σημείο και κατέγραψε με σύγχρονα μέσα το εντυπωσιακό ναυάγιο. Οπως διαπίστωσε η καταδυτική ομάδα του Αντώνη Γράφα, το ναυάγιο του VOLOS κόπηκε και κύλησε με την πάροδο των χρόνων σε βαθύτερα νερά, σε βάθη που κυμαίνονται από 35 έως και 57 μέτρα. Το ναυάγιο του πλοίου αποτελείται από δυο τμήματα εκ των οποίων το πρωραίο βρίσκεται μέχρι σήμερα σε σχετικά καλή κατάσταση, διατηρώντας την αρχική του μορφή. Το τμήμα αυτό ξεκινά από τα 36 μέτρα και εκτείνεται έως τα 57 μέτρα βάθος, όπου βρίσκεται το πρωραίο ποδόσταμα του πλοίου το οποίο έχει κατεύθυνση ανατολική. Ο λέβητας του πλοίου. Το υπόλοιπο τμήμα του ατμόπλοιου βρίσκεται λίγα μέτρα νοτιότερα και είναι διαλυμένο σε τμήματα εκ των οποίων κάποια είναι άμορφα, ενώ κάποια άλλα είναι επαρκώς διακριτά, όπως η μια πλευρά του πλοίου επί της οποίας διακρίνονται φινιστρίνια και καπόνια….

Ο ύφαλος Λευτέρης

Το VOLOS επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη φορτωμένο με καπνά, ρετσίνι και γενικό φορτίο. Η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη, καθώς οι άνεμοι έφταναν τα 10 μποφόρ. Λίγο μετά τις 8 το βράδυ, όταν πλέον είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, η ένταση της τρικυμίας αιφνιδίασε τον καπετάνιο, F. Pietsch. Το πλοίο βρισκόταν στο ύψος του περιβόητου ύφαλου Λευτέρης. Παρά την εμπειρία του στις ελληνικές θάλασσες, ο κυβερνήτης δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη σφοδρή θαλασσοταραχή. Στις 20.14 το πλοίο προσάραξε με δύναμη και παρά την άμεση προσπάθεια να απελευθερωθεί, βάζοντας όπισθεν, δεν υπήρξε αποτέλεσμα…

Το συγκεκριμένο σημείο, από την αρχαιότητα ακόμα, είχε αποκτήσει τη φήμη ότι αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για τα πλοία. Τότε είχε το όνομα «Μήρμυξ» και ήταν μια μικρή βυθισμένη ράχη βράχου στα δυτικά της Σκιάθου. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τουλάχιστον τρία περσικά πλοία χτύπησαν στον ύφαλο και βυθίστηκαν κατά την δεύτερη εκστρατεία των Περσών στα 480 π.Χ. Ο Ξέρξης τότε, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω απώλειες, διέταξε να κατασκευαστεί μια πέτρινη στήλη από ογκόλιθους, το βάρος των οποίων άγγιζε τον μισό τόνο. Αυτή ήταν και το πρώτο γνωστό μέσο σήμανσης για την ασφάλεια των πλοίων στην ιστορία. Η αρχαία ονομασία του είναι αλεώριο.

Στους αιώνες που πέρασαν, η στήλη κατέρρευσε, ώσπου το 1928 δύτες του Πολεμικού Ναυτικού, ανέσυραν από το βυθό οκτώ από τους βράχους που ήταν κατασκευασμένο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο προαύλιο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα.

της ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ ΥΔΡΑΙΟΥ

 

 

Διαβάστε ακόμα