Τα συστήματα “καθαρών τεχνολογιών” της DuPont εξετάζει η Navios για τον στόλο της


Το παράδειγμα της Maersk στο ζήτημα της μείωσης των εκπομπών θείου φαίνεται ότι θέλει να ακολουθήσει η ελληνική ναυτιλιακή Navios ShipManagement Inc., η οποία ανακοίνωσε ότι εξετάζει την εγκατάσταση “καθαρών τεχνολογιών” της DuPont στα πλοία της εταιρείας.

Η θυγατρική του ναυτιλιακού κολοσσού της Αγγελικής Φράγκου, Navios Group, υπέγραψε ένα προσύμφωνο (επιστολή προθέσεων) με την DuPont Clean Technologies για την πραγματοποίηση μια κοινής μελέτης σκοπινότητας και τεχνο-οικονομικής ανάλυσης των συστημάτων καθαρισμού εξατμίσεων (exhaust gas cleaning systems-EGCS) που διαθέτει για τη μετασκευή ή νέα εγκατάσταση σε μια ποικιλία πλοίων, από πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου μέχρι containership και τάνκερ.

Η προγραμματισμένη μελέτη σκοπιμότητας θα εξετάσει την βιωσιμότητα των συστημάτων καθαρισμού της DuPont ™ Marine τόσο σε μελλοντικά νεότευκτα, όσο και σε υπάρχοντα πλοία, στα οποία και θα τοποθετηθούν εκ των υστέρων.

Στοχεύοντας στη συμμόρφωσή της με τους νέους κανονισμούς του Διεθνούς Οργανισμού Ναυσιπλοΐας που προβλέπουν τη δραστική μείωση των εκπομπών θείου έως το 2020 σε 0,5%, από το μέγιστο όριο του 3,5%, που ισχύει μέχρι τώρα, η Navios ουσιαστικά ακολουθεί τα βήματα του ναυτιλιακού κολοσσού της Maersk, που έχει ήδη εγκαταστήσει δοκιμαστικά σύστημα καθαρισμού της DuPont στο, χωρητικότητας 8.200 teu και κατασκευής 2008 πλοίο Maersk Tukang.

“Οι συνομιλίες με τη Navios έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, επειδή και οι δύο εταιρείες επικεντρώνονται στην αποτελεσματική μείωση των εκπομπών. Με τις τεχνικές δυνατότητες μας και τα ευέλικτα, αξιόπιστα συστήματα καθαρισμού εξατμίσεων, είμαστε σε θέση να διασφαλίσουμε ότι Navios θα συμμορφωθεί στις προδιαγραφές εκπομπών με πλήρη εμπιστοσύνη”, δήλωσε ο Marco Dierico, διευθυντής επιχειρηματικής ανάπτυξης για την DuPont™ Marine Scrubbers.

Η Navios Group διαθέτει ένα στόλο από 163 πλοία που της ανήκουν ή τα έχει υπό μακροχρόνιες ναυλώσεις, ενώ πρόσφατα απέκτησε δύο panamax φορτηγά πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου, έναντι 27 εκατ. δολαρίων.