«Μπαμπά, πόσο γρήγορα θα γυρίσεις πίσω;» Πόσες φορές μπορεί να είχε ειπωθεί αυτή η πρόταση από τα παιδιά της οικογένειας όταν ο πατέρας έτοιμος, καλοντυμένος, φρεσκοξυρισμένος με μια βαλίτσα στο χέρι έστεκε στην πόρτα της εξόδου; Άπειρες, σε κάθε ταξίδι, από κάθε παιδί. Και μετά σιωπή.

Αυτή ήταν η μοίρα πολλών αντρών που πιθανότατα είχαν ξεκινήσει τη ζωή τους από κάποιο μικρό κυκλαδονήσι και στη συνέχεια η φτώχεια και η αναζήτηση για καλύτερη ζωή τους έστειλαν στη θάλασσα. Ο δρόμος της θάλασσας τους αντάμειβε με σπίτι, με σπουδές των παιδιών και με ωραία αυτοκίνητα.
Όταν όμως έφευγε ο πατέρας κάποιος έμενε πίσω να φροντίζει το σπίτι, τα παιδιά και τα σκυλιά. Η μητέρα. Η γυναίκα του καπετάνιου έμαθε να κάνει τα πάντα μόνη της αφού ήταν μόνη της. Μεγάλωσε τα παιδιά, διαχειριζόταν τα οικονομικά, τυχόν βλάβες σπιτιού, ασχολούνταν με την εκπαίδευση, έμαθε να οδηγεί και να είναι ανεξάρτητη.
Η κόρη του καπετάνιου ήθελε να γίνει καπετάνισσα σαν τον μπαμπά της, να φοράει πορτοκαλί φόρμα σαν του πατέρα της και όλοι να κοκαλώνουν στο πέρασμά της. Έμαθε να περιμένει γράμματα και ένα ολιγόλεπτο τηλεφώνημα γεμάτο παράσιτα από την άλλη άκρη του κόσμου για να ακούσει την ζεστή φωνή του πατέρα της για να τον ρωτήσει πότε θα γυρίσει πίσω. Παρακολουθούσε τον καιρό και ανησυχούσε κάθε φορά που άκουγε για θυελλώδεις ανέμους όπου κι αν βρισκόταν.
Την δεκαετία του ενενήντα δεν υπήρχαν βιντεοκλήσεις, κινητά και κοινωνικά δίκτυα. Τα τηλεφωνήματα κανονίζονταν προκαταβολικά και όλη η οικογένεια βρισκόταν δίπλα στη συσκευή και περίμενε να χτυπήσει. Αν αργούσε το τηλεφώνημα εξέταζαν την γραμμή μήπως και δεν λειτουργεί και χάσουν την πολύτιμη επικοινωνία. Και μετά το τηλεφώνημα χαρά που γέμιζε τις μπαταρίες τους μέχρι το επόμενο.
Οι ναυτικοί από την άλλη πλευρά του ακουστικού συχνά έκλειναν την γραμμή πριν τους πάρουν τα δάκρυα. Οι συνθήκες εργασίες ήταν πολύ διαφορετικές από σήμερα. Δούλευαν ασταμάτητα, με πίεση, με δύσκολες καιρικές συνθήκες. Κάθε μέρα ήταν ίδια. Περνούσαν γιορτές και γενέθλια με το πλήρωμα μακριά από την οικογένειά τους.
Η μόνη διέξοδος που είχαν για να περάσουν καλά εκτός τις λίγες ελεύθερες ώρες στο καράβι ήταν όταν έδεναν στα λιμάνια. Ευτυχώς σήμερα με την τεχνολογία έχουν αλλάξει οι συνήθειές μας και υπάρχουν πιο πολλοί τρόποι ψυχαγωγίας κατά τη διάρκεια μεγάλων ταξιδιών όπως παιχνίδια και live καζινο μέσα από το κινητό ή τον υπολογιστή τους.
Όταν ο πατέρας επιτέλους επέστρεφε σπίτι μετά τις αγκαλιές τα παιδιά περιφέρονταν γύρω από τις βαλίτσες. Ήξεραν πως κάτι θα υπήρχε για αυτά. Σοκολάτες, παιχνίδια, δώρα και φωτογραφίες από μέρη που δεν ήξεραν καν που βρισκόταν στον χάρτη. Μετά στο βραδινό τραπέζι οι ναυτικές ιστορίες, άλλες συναρπαστικές, άλλες επικίνδυνες αν πήγαιναν να σώσουν κάποιο πλοίο στην κακοκαιρία και άλλες χιουμοριστικές.
Η κόρη του καπετάνιου γέμιζε χαρά αλλά κάπου βαθιά υπήρχε και λύπη γιατί ήξερε πως το επόμενο ταξίδι δεν θα αργούσε να ξαναέρθει. Αν όμως έμενε ο πατέρας στο σπίτι έμοιαζε πάλι σαν να μην υπάρχει ισορροπία. Καθώς ο καπετάνιος είχε μάθει να ζει με το πλήρωμα και όχι με την οικογένεια και ό,τι συνεπάγεται. Χρειάζονταν χρόνο για να βρουν όλοι τον ρυθμό τους και όταν επιτέλους έμαθαν όλοι να συνυπάρχουν τότε ερχόταν πάλι το επόμενο ταξίδι.
Η θάλασσα ήταν μια ερωμένη. Άλλοτε άγρια, άλλοτε ήμερη που κράταγε τους πατεράδες μακριά από τις οικογένειές τους προσφέροντάς τους χρήματα, ευκαιρίες και εξέλιξη κλέβοντας χρόνο από την οικογένεια που δεν επέστρεφε ποτέ.
Οι κόρες των καπετάνιων έμαθαν πως η αγάπη του πατέρα μπορεί να υπάρχει ακόμα κι από μακριά και τίποτα δεν μπορεί να την σβήσει, ούτε καν το νερό της θάλασσας.















