Η ελληνική ναυτιλιακή Sea Pioneer Shipping του Βασίλη Μπακολίτσα φέρεται να βρίσκεται πίσω από τη μεγάλη παραγγελία των οκτώ Aframax στα ναυπηγεία της Νοτίου Κορέας, η οποία μπορεί να φθάσει ακόμα και τα 583 εκατ. δολάρια.

Όταν η SK Oceanplant ανακοίνωσε τη συμφωνία στα τέλη Αυγούστου, περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι ο πελάτης είναι ένας Έλληνας πλοιοκτήτης, χωρίς να αποκαλύψει περισσότερα στοιχεία. Νεότερες πληροφορίες του TradeWinds και του Splash συνδέουν πλέον το πρόγραμμα με τη Sea Pioneer Shipping, αν και η ίδια η ελληνική εταιρεία δεν έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σε επίσημη ανακοίνωση.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς το ναυπηγείο έχει δεσμευθεί να διατηρήσει εμπιστευτική την ταυτότητα του πελάτη έως τις 28 Φεβρουαρίου 2027. Επομένως, η συμμετοχή της Sea Pioneer βασίζεται σε πληροφορίες της ναυτιλιακής αγοράς και όχι σε δημόσια επιβεβαίωση από κάποια από τις δύο συμβαλλόμενες πλευρές.
Το σταθερό μέρος της παραγγελίας περιλαμβάνει έξι δεξαμενόπλοια μεταφοράς αργού πετρελαίου, μεταφορικής ικανότητας 115.000 dwt το καθένα, ενώ προβλέπεται το δικαιώματα ναυπήγησης δύο επιπλέον δεξαμενόπλοιων. Η αξία των έξι πλοίων ανέρχεται σε περίπου σε 435 εκατ. δολάρια, ανάλογα με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται.
Με την ενεργοποίηση των δύο δικαιωμάτων προαίρεσης, το πρόγραμμα θα αυξηθεί στα οκτώ Aframax και η συνολική του αξία μπορεί να ξεπεράσει ή να προσεγγίσει τα 583 εκατ. δολάρια. Το μέσο κόστος υπολογίζεται κοντά στα 72 εκατ. δολάρια ανά πλοίο, χωρίς να έχουν δημοσιοποιηθεί αναλυτικά οι τεχνικές προδιαγραφές και ο εξοπλισμός τους.
Οι παραδόσεις των έξι δεξαμενόπλοιων προγραμματίζονται σταδιακά από το 2029 έως το πρώτο εξάμηνο του 2030. Θα κατασκευαστούν στις εγκαταστάσεις της SK Oceanplant στο Goseong της Νότιας Κορέας, προσθέτοντας στο βιβλίο παραγγελιών του ναυπηγείου ένα έργο αντίστοιχο με περισσότερο από το 60% των εσόδων που είχε καταγράψει ο όμιλος το 2025.
Για τη Sea Pioneer, εφόσον επιβεβαιωθεί ότι αυτή είναι πίσω από την παραγγελία, πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις στην ιστορία της. Τα Aframax θα είναι τα μεγαλύτερα πλοία του σημερινού της στόλου και θα ενισχύσουν αισθητά την παρουσία της στη μεταφορά αργού πετρελαίου, έναν τομέα στον οποίο δεν διαθέτει σήμερα αντίστοιχης κλίμακας χωρητικότητα.
Η επιλογή των Aframax προσφέρει μεγαλύτερη εμπορική ευελιξία σε σχέση με τα πολύ μεγαλύτερα VLCC. Με χωρητικότητα περίπου 700.000–800.000 βαρελιών αργού, τα συγκεκριμένα δεξαμενόπλοια μπορούν να προσεγγίζουν λιμάνια και τερματικούς σταθμούς με περιορισμούς βυθίσματος, διατηρώντας παράλληλα πρόσβαση σε βασικές αγορές όπως η Μεσόγειος, η Βόρεια Θάλασσα, η Βαλτική, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ασία.
Μέχρι την παράδοσή τους, πάντως, μεσολαβούν περίπου τρία χρόνια, γεγονός που προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο αβεβαιότητας. Η σημερινή ισχυρή αγορά των δεξαμενόπλοιων μπορεί να στηρίζει νέες επενδύσεις, όμως η πραγματική απόδοση του προγράμματος θα εξαρτηθεί από τους ναύλους, τις ροές του πετρελαίου και τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς που θα ισχύουν προς το τέλος της δεκαετίας.
Η παραγγελία εντάσσεται σε μια ευρύτερη ανανέωση του στόλου της Sea Pioneer αφού από το 2024 έως τις αρχές του 2026 η εταιρεία πούλησε τέσσερα παλαιότερα πλοία και παρέλαβε επτά νεότευκτα: τρία φορτηγά πλοία τύπου Kamsarmax και τέσσερα δεξαμενόπλοια. Η ίδια έχει επίσης ανακοινώσει ότι ο υπό διαχείριση στόλος της ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο dwt το 2025.
Ξεχωριστή βαρύτητα έχει η συμφωνία και για τη SK Oceanplant, καθώς αποτελεί την πρώτη μεγάλη παραγγελία εμπορικών πλοίων που γίνεται από έναν Έλληνα πλοιοκτήτη. Το ναυπηγείο, πρώην Samkang M&T, είχε επικεντρωθεί τα προηγούμενα χρόνια κυρίως στις μεταλλικές κατασκευές για υπεράκτια αιολικά πάρκα και τώρα επιχειρεί να επαναφέρει δυναμικά την κατασκευή εμπορικών πλοίων στο χαρτοφυλάκιό του.
Τα έξι Aframax που έχουν ήδη κλειδώσει και τα δύο ακόμη που μπορούν να προστεθούν, δημιουργεί ένα πρόγραμμα ικανό να αλλάξει ουσιαστικά το μέγεθος και τη σύνθεση του στόλου της Sea Pioneer έως το 2030. Η παραγγελία των 583 εκατ. δολαρίων είναι εντυπωσιακή, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η εταιρεία φαίνεται να περνά από τα μεσαίου μεγέθους δεξαμενόπλοια σε μια πολύ ισχυρότερη παρουσία στη μεταφορά αργού.















