Μια εξέλιξη που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε δύσκολη καταγράφεται στην αγορά ναυτιλιακών καυσίμων αφού στο Ρότερνταμ, το βιοντίζελ βρέθηκε προσωρινά να είναι φθηνότερο από το ναυτιλιακό πετρέλαιο τύπου MGO (Marine Gas Oil), καθώς η τιμή του πρώτου υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό και το δεύτερο εκτοξεύθηκε λόγω των αναταράξεων στην αγορά πετρελαίου.

Η τιμή του προηγμένου βιοντίζελ έπεσε στις αρχές της εβδομάδας στα 985 δολάρια ανά τόνο, από 1.388 δολάρια τον Ιούλιο. Την ίδια περίοδο, το marine gasoil έφτασε περίπου τα 1.528,50 δολάρια ανά τόνο, έχοντας υπερδιπλασιαστεί σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν.
Η διαφορά των δύο τιμών είναι εντυπωσιακή, αλλά αποτυπώνει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και όχι μια νέα μόνιμη ισορροπία. Το βιοντίζελ ανέκαμψε ήδη προς τα 1.240 δολάρια, ενώ και τα συμβατικά καύσιμα παρουσιάζουν μεγάλες ημερήσιες διακυμάνσεις. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι ένα καύσιμο χαμηλότερων εκπομπών έγινε έστω και προσωρινά φθηνότερο αλλάζει τα δεδομένα μιας συζήτησης που μέχρι σήμερα περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το υψηλό «πράσινο» κόστος.
Πώς ανατράπηκαν οι τιμές
Όσο αναφορά το βιοντίζελ, Ευρωπαίοι παραγωγοί μείωσαν τις τιμές για να αυξήσουν τις πωλήσεις και να ανταποκριθούν στους αυστηρότερους στόχους διάθεσης ανανεώσιμων καυσίμων. Οι νέοι ολλανδικοί κανόνες υποχρεώνουν τους προμηθευτές να περιορίζουν σταδιακά τις εκπομπές που συνδέονται με τα καύσιμα που διαθέτουν στην αγορά, δημιουργώντας ισχυρό κίνητρο για μεγαλύτερες πωλήσεις βιοκαυσίμων.
Η παραγωγή τους βασίζεται σε πρώτες ύλες όπως χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια, λίπη και άλλα υπολείμματα, επομένως η τιμή τους δεν ακολουθεί πάντοτε την ίδια πορεία με το αργό πετρέλαιο. Αντίθετα, το marine gasoil επηρεάστηκε άμεσα από τις διαταραχές στον εφοδιασμό και την ενεργειακή αβεβαιότητα που προκάλεσε η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Έτσι δημιουργήθηκε μια ασυνήθιστα μεγάλη ψαλίδα, η οποία έγινε ακόμη πιο ευνοϊκή για το βιοντίζελ όταν προστέθηκε το κόστος συμμόρφωσης με τους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς.
Το πραγματικό κόστος δεν σταματά στην τιμή του καυσίμου
Για ένα πλοίο που προσεγγίζει ευρωπαϊκά λιμάνια, η σύγκριση δεν περιορίζεται πλέον στο ποσό που αναγράφεται στο τιμολόγιο πετρέλευσης. Στον υπολογισμό μπαίνουν το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS) και το FuelEU Maritime, το οποίο επιβαρύνει τα καύσιμα υψηλής έντασης άνθρακα.
Ένα πιστοποιημένο βιοκαύσιμο με χαμηλότερες εκπομπές σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του μπορεί να μειώσει αυτές τις επιβαρύνσεις και να βελτιώσει αισθητά το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα. Η ΕΕ δεν εξετάζει μόνο τι εκπέμπεται από την καπνοδόχο, αλλά και τις εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή, τη μεταφορά και τη χρήση του καυσίμου.
Η προέλευση και η πιστοποίηση έχουν επομένως μεγάλη σημασία. Δύο βιοκαύσιμα που πωλούνται με παρόμοια εμπορική ονομασία δεν προσφέρουν υποχρεωτικά την ίδια μείωση εκπομπών, καθώς το αποτέλεσμα εξαρτάται από την πρώτη ύλη και τον τρόπο παραγωγής τους. Ο IMO ακολουθεί επίσης προσέγγιση υπολογισμού «από την παραγωγή έως τη χρήση στο πλοίο», ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά των εκπομπών σε άλλο στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το μεγάλο πλεονέκτημα των βιοκαυσίμων είναι ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε σημαντικό μέρος του υφιστάμενου στόλου. Ανάλογα με τον τύπο του καυσίμου, τον κινητήρα και τις οδηγίες του κατασκευαστή, μπορούν να καταναλωθούν είτε ως μείγμα με συμβατικό καύσιμο είτε σε πολύ υψηλότερη αναλογία, χωρίς τις εκτεταμένες μετασκευές που απαιτούν η αμμωνία, το υδρογόνο ή το LNG.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το B100 μπορεί να παραληφθεί σε οποιοδήποτε πλοίο χωρίς προηγούμενο έλεγχο. Η συμβατότητα με τις μηχανές και τα υλικά του συστήματος καυσίμου πρέπει να επιβεβαιωθεί, ενώ χρειάζεται προσοχή στη σταθερότητα κατά την αποθήκευση, στην παρουσία νερού, στη μικροβιακή ανάπτυξη και στο ενδεχόμενο απόφραξης των φίλτρων. Ο νηογνώμονας DNV συστήνει αξιολόγηση κάθε πλοίου ξεχωριστά, έλεγχο των προδιαγραφών με τον κατασκευαστή της μηχανής και σωστή προετοιμασία των δεξαμενών.
Υπάρχει και μία ακόμη λεπτομέρεια που χρειάζεται προσοχή και αφορά την σύγκριση των τιμών ανά τόνο, η οποία δεν ισοδυναμεί πάντοτε με σύγκριση του κόστους ανά μονάδα ενέργειας. Ορισμένα βιοκαύσιμα έχουν χαμηλότερη θερμογόνο δύναμη από τα συμβατικά καύσιμα, με αποτέλεσμα να απαιτείται μεγαλύτερη ποσότητα για την παραγωγή της ίδιας ενέργειας. Στην προκειμένη περίπτωση, πάντως, η διαφορά των τιμών ήταν τόσο μεγάλη ώστε το οικονομικό πλεονέκτημα δεν εξαφανιζόταν μόνο από αυτή την παράμετρο.
Η ανατροπή αφορά προς το παρόν κυρίως το Ρότερνταμ
Οι τιμές και η διαθεσιμότητα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των μεγάλων κέντρων πετρέλευσης. Οι συνθήκες που πίεσαν το B100 σε ιστορικό χαμηλό συνδέονται με την ευρωπαϊκή αγορά, τους ολλανδικούς κανόνες και την παραγωγική βάση γύρω από το Ρότερνταμ.
Στη Σιγκαπούρη ή σε άλλα λιμάνια δεν είναι δεδομένο ότι ένας πλοιοκτήτης θα βρει αντίστοιχη τιμή, αλλά ακόμη και μέσα στην Ευρώπη, το τελικό κόστος εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα, τον προμηθευτή, την πιστοποίηση του προϊόντος, την ποσότητα και τον χρόνο της παραγγελίας.
Οι ποσότητες παραμένουν επίσης περιορισμένες σε σχέση με τη συνολική ζήτηση της ναυτιλίας και σύμφωνα με τον DNV, τα υγρά βιοκαύσιμα κάλυπταν το 2023 μόλις το 0,3% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης του κλάδου. Παράλληλα, η ναυτιλία ανταγωνίζεται τις αερομεταφορές, τις οδικές μεταφορές και τη βιομηχανία για τις ίδιες βιώσιμες πρώτες ύλες.
Η εικόνα στο Ρότερνταμ δεν αποδεικνύει ότι τα βιοκαύσιμα μπορούν να αντικαταστήσουν άμεσα τα συμβατικά καύσιμα σε παγκόσμια και ευρεία κλίμακα, δείχνει όμως πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει ο οικονομικός υπολογισμός όταν συναντηθούν η άνοδος του πετρελαίου, η πίεση των ευρωπαϊκών κανονισμών και η ανάγκη των παραγωγών να διαθέσουν περισσότερες ποσότητες βιοκαυσίμων.
Εάν παρόμοιες διαφορές επαναληφθούν ξανά ή διατηρηθούν για μεγαλύτερο διάστημα, η χρήση βιοντίζελ δεν θα αποτελεί μόνο επιλογή περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και για ορισμένα πλοία και ταξίδια μπορεί να μετατραπεί σε καθαρά εμπορική απόφαση.















