Μια ασυνήθιστη πρόταση για τεχνητά νησιά και θαλάσσιες πλατφόρμες κοντά στη Χίο και το Καστελλόριζο επανέρχεται τις τελευταίες ημέρες στην Τουρκία, προκαλώντας παράλληλα και αντιδράσεις.

Προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο επίσημα ανακοινωμένο σχέδιο της τουρκικής κυβέρνησης και η πρόταση προέρχεται από τον Τούρκο αρθρογράφο Levent Ersin Orallı, ο οποίος σε δύο διαδοχικά άρθρα του περιγράφει τη δημιουργία τεχνητών νησιών και υπεράκτιων εγκαταστάσεων ως ένα πιθανό εργαλείο για την ενίσχυση της μακροχρόνιας τουρκικής παρουσίας στο Αιγαίο.
Στο πρώτο άρθρο του, στις 29 Σεπτεμβρίου, η αναφορά είναι απολύτως συγκεκριμένη. Ο Orallı κάνει λόγο για θαλάσσιες περιοχές γύρω από το Καστελλόριζο, το οποίο αναφέρει με την τουρκική ψευτο-ονομασία Meis, και τη Χίο, υποστηρίζοντας ότι σε περιοχές όπου η Τουρκία θεωρεί ότι έχει νομική αρμοδιότητα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν λιμενικές εγκαταστάσεις, κέντρα υλικοτεχνικής υποστήριξης, ερευνητικοί σταθμοί, υποδομές αλιείας και δυνατότητες έρευνας και διάσωσης.
Η λογική που αναπτύσσει δεν περιορίζεται σε μια τεχνητή νησίδα, αλλά περιγράφει πολυλειτουργικές θαλάσσιες εγκαταστάσεις με παραγωγή ενέργειας από ήλιο και άνεμο, μονάδες αφαλάτωσης, δορυφορικές επικοινωνίες, μετεωρολογικούς σταθμούς και αισθητήρες στον βυθό, μαζί με συστήματα παρακολούθησης της ναυσιπλοΐας, της αλιείας και του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία μία παραδοχή που κάνει ο ίδιος ο Τούρκος αρθρογράφος και η οποία λέει ότι τέτοιες κατασκευές δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν το νομικό καθεστώς της Χίου ή του Καστελλόριζου ούτε να δημιουργήσουν από μόνες τους νέα τουρκικά δικαιώματα σε ελληνικές θαλάσσιες περιοχές.
Ο ίδιος αναφέρει ότι ένα τεχνητό νησί δεν αποκτά καθεστώς φυσικού νησιού, δεν δημιουργεί δικά του χωρικά ύδατα και δεν μεταβάλλει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Το Δίκαιο της Θάλασσας βάζει σαφή όρια
Αυτό δεν αποτελεί απλώς μια ερμηνεία αφού το άρθρο 60 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ρητά ότι τα τεχνητά νησιά και οι υπεράκτιες εγκαταστάσεις δεν έχουν καθεστώς νησιού, δεν διαθέτουν δικά τους χωρικά ύδατα και η παρουσία τους δεν επηρεάζει την οριοθέτηση χωρικής θάλασσας, ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας.
Με απλά λόγια, ακόμη και μια μεγάλη μόνιμη κατασκευή στη θάλασσα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε γύρω της να χαραχθούν νέα χωρικά ύδατα ή να αποκτήσει ένα κράτος επιπλέον ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
Ακριβώς το αντίθετο ισχύει για τα φυσικά νησιά. Το άρθρο 121 της ίδιας Σύμβασης προβλέπει ότι ένα φυσικό νησί, με την εξαίρεση της ειδικής κατηγορίας των βράχων που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή οικονομική ζωή, διαθέτει χωρική θάλασσα, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα όπως και η ηπειρωτική επικράτεια.
Σε αυτό ακριβώς στηρίζεται και η πάγια ελληνική θέση για τα νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 121 τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, ενώ η Αθήνα θεωρεί ότι η διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς δικαστικής επίλυσης με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Άλλο βέβαια είναι το δικαίωμα ενός νησιού να παράγει θαλάσσιες ζώνες και άλλο η επίδραση που μπορεί να έχει το συγκεκριμένο νησί στην τελική γραμμή οριοθέτησης όταν οι θαλάσσιες αξιώσεις δύο κρατών επικαλύπτονται. Η UNCLOS προβλέπει ότι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές πρέπει να γίνεται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου και με στόχο μια δίκαιη λύση.
Η Τουρκία, η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Υποστηρίζει ότι η ιδιαίτερη γεωγραφία του Αιγαίου και η εγγύτητα ελληνικών νησιών στις τουρκικές ακτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην οριοθέτηση, ενώ αμφισβητεί ότι όλα τα νησιά πρέπει να έχουν πλήρη επίδραση στη χάραξη της τελικής γραμμής ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κατασκευή ενός τεχνητού νησιού θα μπορούσε να παρακάμψει τη συγκεκριμένη διαφορά. Νομικά, το τεχνητό νησί δεν δημιουργεί νέο σημείο από το οποίο να μετρώνται θαλάσσιες ζώνες και δεν υποκαθιστά ένα φυσικό νησί.
Χωρικά ύδατα και ελληνική θέση
Η Ελλάδα ασκεί σήμερα χωρικά ύδατα έξι ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο, αλλά διατηρεί επισήμως τη θέση ότι έχει δικαίωμα επέκτασής τους έως τα 12 ναυτικά μίλια βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Το άρθρο 3 της UNCLOS αναγνωρίζει σε κάθε κράτος το δικαίωμα να καθορίσει χωρική θάλασσα έως 12 ναυτικά μίλια.
Η ελληνική κυβέρνηση επανέλαβε μάλιστα και τον Σεπτέμβριο του 2026 ότι θεωρεί την επέκταση στα 12 μίλια αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας, το οποίο θα ασκηθεί όταν και με τον τρόπο που θα αποφασίσει η ελληνική Πολιτεία.
Η Άγκυρα διαφωνεί με αυτή την ερμηνεία ως προς το Αιγαίο και υποστηρίζει ότι η ιδιαίτερη γεωγραφία της περιοχής και η εγγύτητα των ελληνικών νησιών στις τουρκικές ακτές δεν επιτρέπουν, κατά τη δική της θέση, μια γενικευμένη εφαρμογή των 12 ναυτικών μιλίων χωρίς να ληφθούν υπόψη τα τουρκικά συμφέροντα.
Για περιοχές όπου οι ακτές δύο κρατών βρίσκονται απέναντι η μία από την άλλη και δεν υπάρχει συμφωνία, το άρθρο 15 της UNCLOS προβλέπει ως γενικό κανόνα ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να επεκτείνει τη χωρική του θάλασσα πέρα από τη μέση γραμμή, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις για ιστορικούς τίτλους ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Η ελληνική πλευρά επικαλείται επίσης την αρχή της μέσης γραμμής στις περιοχές του Αιγαίου όπου δεν υπάρχει διαφορετική συμφωνία οριοθέτησης.
Στο νότιο τμήμα του Αιγαίου, μεταξύ Δωδεκανήσων και τουρκικών ακτών, η χώρα μας υποστηρίζει ότι υφίστανται ήδη θαλάσσια σύνορα βάσει των συμφωνιών Ιταλίας–Τουρκίας του 1932, στις σχετικές προβλέψεις των οποίων η Ελλάδα διαδέχθηκε την Ιταλία μετά την παραχώρηση των Δωδεκανήσων με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947. Η Τουρκία έχει διαφορετικές θέσεις για μέρος του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο.
Μέσα σε αυτό το ήδη σύνθετο πλαίσιο εμφανίζεται τώρα η αστεία πρόταση για τεχνητά νησιά.
Ο Orallı επανήλθε μάλιστα στις 3 Οκτωβρίου με δεύτερο άρθρο, στο οποίο εντάσσει τα τεχνητά νησιά και τις θαλάσσιες πλατφόρμες σε μια ευρύτερη στρατηγική για επιστημονική έρευνα, θαλάσσια ασφάλεια, οικονομικές δραστηριότητες και ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στο Αιγαίο. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι τα έργα αυτά πρέπει να κινούνται μέσα στα όρια του διεθνούς δικαίου και ότι στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα πρέπει να είναι η δημιουργία νέας στρατιωτικής έντασης.
Για την Ελλάδα, πάντως, το κρίσιμο σημείο δεν είναι αν μια τέτοια κατασκευή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θαλάσσιες ζώνες, με το ισχύον πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας είναι σαφές ότι δεν μπορεί. Μεγαλύτερη σημασία θα είχε το πού ακριβώς θα επιχειρούσε να κατασκευαστεί, ποιο κράτος διαθέτει δικαιοδοσία στην περιοχή και αν μια τέτοια ενέργεια θα επηρέαζε δικαιώματα που η Αθήνα θεωρεί ότι απορρέουν από την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή από άλλες θαλάσσιες ζώνες.
Η πρόσφατη αντίδραση της Αθήνας στις τουρκικές αποφάσεις για θαλάσσια πάρκα δίνει μια εικόνα του πώς αντιμετωπίζει τέτοιες περιπτώσεις. Τον Αύγουστο του 2026 το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι μονομερείς τουρκικές ενέργειες σε περιοχές εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα ούτε να επηρεάσουν ελληνικά δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Για την ώρα, λοιπόν, μιλάμε για μια πρόταση που κυκλοφορεί στον τουρκικό δημόσιο διάλογο και όχι για επίσημη απόφαση κατασκευής τεχνητών νησιών κοντά στη Χίο ή το Καστελλόριζο. Η αναφορά όμως των δύο ελληνικών νησιών ονομαστικά δεν είναι αδιάφορη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές θέσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Και υπάρχει μια βασική παράμετρος που δεν αλλάζει, όσες τεχνητές κατασκευές κι αν προταθούν. Η δημιουργία ενός τεχνητού νησιού δεν μπορεί από μόνη της να μεταβάλει τα θαλάσσια σύνορα, να δημιουργήσει νέα χωρικά ύδατα ή να εξαφανίσει τα δικαιώματα που το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στα φυσικά νησιά.















