Η υπερφορολόγηση της ναυτιλίας θα φέρει ζημιές και όχι κέρδη

O τραπεζίτης Γιώργος Ξηραδάκης με μεγάλη πείρα σε ναυτιλιακά θέματα και χρηματοδοτήσεις, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας οικονομικών συμβούλων XRTC, μιλά για την επίθεση κατά της ελληνικής ναυτιλίας και την προσπάθεια των Βρυξελλών για την επιβολή κοινής φορολογικής πολιτικής

Συνέντευξη στον Μηνά Τσαμόπουλο

Η στοχοποίηση της ελληνικής ναυτιλίας από μεγάλα ξένα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα αλλά και media έχει προκαλέσει έναν ακήρυχτο πόλεμο, στον οποίο εμπλέκονται οι Βρυξέλλες. Οπως αποκάλυψε την περασμένη εβδομάδα το «business stories», σχεδιάζουν την επιβολή κοινής φορολογικής πολιτικής στη ναυτιλία, θεωρώντας ότι υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός από τα προνόμια που απολαμβάνει στην Ελλάδα η ναυτιλιακή κοινότητα.

Πίσω τους κρύβονται οι δανειστές τους ελληνικού κράτους που θέλουν να εξασφαλίσουν τα χρήματά τους χτυπώντας έναν από τους δύο πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Το παρασκήνιο, τα αίτια αλλά και τα κίνητρα των δανειστών αποκαλύπτει μιλώντας στο «b.s.» ο τραπεζίτης κ. Γιώργος Ξηραδάκης, με μεγάλη πείρα σε ναυτιλιακά θέματα και χρηματοδοτήσεις, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας οικονομικών συμβούλων XRTC.

– Γιατί πιστεύετε ότι οι Βρυξέλλες έχουν στοχοποιήσει την ελληνική ναυτιλία αυτή την περίοδο που η κρίση πλήττει την Ελλάδα;

Γιατί χρωστάμε. Είναι πολύ απλή η απάντηση. Οταν κάποιος σου χρωστά, σκέφτεσαι από πού θα τα πάρεις, ποιος έχει να σου τα δώσει και πότε. Η Ελλάδα μας μετά την κρίση έμεινε με πολύ λίγα καλά και αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία και με μόνο μία πρωτιά στην παγκόσμια οικονομία, τη ναυτιλία.

Συνεπώς, μια απλή σκέψη των εκπροσώπων των δανειστών μας οδηγεί στην επιθυμία τους να φορολογήσουν την ελληνική ναυτιλία ακόμη παραπάνω απ’ ό,τι φορολογούνταν μέχρι τώρα. Γιατί η αλήθεια είναι ότι, αν μη τι άλλο, η ελληνική ναυτιλία πάντα φορολογούνταν, εν αντιθέσει με πολλές άλλες σημαίες σε ανεπτυγμένα ναυτιλιακά κράτη.

Στην προσπάθεια όμως υπερφορολόγησης της ναυτιλίας υπάρχει και μια απειλή: το να φορολογήσεις έναν σταθερό πυλώνα ανάπτυξης ενός κράτους χωρίς να λάβεις υπόψη σου τα χαρακτηριστικά του και να διακινδυνέψεις την πλήρη καταστροφή του θα σε οδηγήσει σε μεγαλύτερα οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά προβλήματα από τα πιθανά κέρδη φορολόγησής του.

– Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πίσω από όλα αυτά κρύβονται οι Γερμανοί. Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποια δόση αλήθειας σε αυτό ή είναι πιο σύνθετο το ζήτημα, αφού επιθέσεις δέχεται η ναυτιλία και από αγγλοσαξονικά ΜΜΕ;

Δεν νομίζω να υπάρχει εθνικότητα στην ταυτότητα των ανθρώπων που επιδιώκουν τη φορολόγηση της ελληνικής ναυτιλίας. Σε όλους όσους χρωστάμε έχουν λόγο, αλλά επί του συγκεκριμένου θέματος όλες οι ιστορίες για το ελληνικό ναυτιλιακό θαύμα εγείρουν πάντα το ενδιαφέρον των media και βεβαίως της κοινής γνώμης.

Η Γερμανία βάσισε την ανάπτυξή της σε ένα μοντέλο φοροαπαλλαγής μέσω των περίφημων funds των KG. Οταν αυτά κατέρρευσαν λόγω της παγκόσμιας οικονομικής και μετέπειτα ναυτιλιακής κρίσης, προσπάθησε, σε κάποιον βαθμό ανεπιτυχώς, να φορολογήσει τα κέρδη από αυτές τις επενδύσεις. Το εγχείρημα κατέρρευσε γιατί πολλοί απλοί πολίτες είχαν επενδύσει και πολλές γερμανικές τράπεζες είχαν μεγάλη έκθεση.

Το Ηνωμένο Βασίλειο, που δεν έχει τη ναυτιλία του παρελθόντος, σε μια ευκαιριακή προσπάθεια προσδοκά ότι το καινούριο του νηολόγιο, που έχει φοροαπαλλακτικό σχεδιασμό, θα μπορέσει να προσελκύσει πλοία αν αυτά φορολογηθούν αλλού. Στη διεθνή οικονομική σκακιέρα πάντα όλα γίνονταν και πάντα θα γίνονται. Και βέβαια η Ελλάδα, μέσω της ναυτιλίας της, έχει έναν πύργο που πολλοί θα ήθελαν να τον έχουν στη μεριά τους ή να τον καταρρίψουν. Δεν είναι όμως εθνικό το πρόβλημα, αλλά αμιγώς οικονομικό και ευκαιριακό.

– Μήπως έχει ψηλώσει πολύ η ελληνική ναυτιλία και κάποιοι θέλουν να την κοντύνουν;

Τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια η ελληνική ναυτιλία ήταν πάντα ψηλή. Δεν τίθεται θέμα κοντέματος αλλά ευκαιριακής μοιρασιάς που είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει. Γιατί πολύ απλά υπάρχουν αφενός αντανακλαστικά και αφετέρου τρίτοι δρόμοι.

Στα αντανακλαστικά είναι τα εθνικά χαρακτηριστικά της ναυτιλιακής αγοράς. Είδαμε πόσο άμεσα η Ενωση Ελλήνων Εφοπλιστών, οι ίδιοι οι καραβοκύρηδες, στάθηκαν στο πλευρό της χώρας και προχώρησαν σε συνεχιζόμενες καταβολές χρημάτων με διαφορετικούς τρόπους. Επίσης, το σύνολο της αγοράς, μηδενός εξαιρουμένου, προχώρησε σε προτάσεις με σκοπό τη διατήρηση των θέσεων εργασίας αλλά και την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας.

Δεν πήραν τα πλοία τους να φύγουν. Είναι εδώ μαζί με τους 150.000-200.000 ανθρώπους που ζουν από τα ναυτιλιακά και παραναυτιλιακά επαγγέλματα. Και αν τώρα κλείσουμε τα μάτια και πιστέψουμε ότι είμαστε πάλι σε μια στενωπό ανάλογη της δεκαετίας του ’50, μπορούμε πάλι να ξαναβγούμε στη θάλασσα απ’ ό,τι να εργαστούμε σε ένα ευρωπαϊκό εργοστάσιο ή σε ένα εργοτάξιο της Μέσης Ανατολής. Το θέμα, όμως, είναι να προχωρήσουμε όλοι μαζί με την πίστη ότι τα πλοία και οι επιχειρήσεις θα μείνουν εδώ.

– Τα καράβια «έχουν προπέλες και φεύγουν». Μήπως τελικά σκοπός τους είναι να διώξουν όποιες εταιρείες υπάρχουν από την Ελλάδα;

Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τέτοιο. Και σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι έχουμε τη δυνατότητα αντίδρασης σε έναν μεγάλο βαθμό, λόγω της φύσης της ναυτιλιακής βιομηχανίας. Το ότι φεύγουν τα καράβια είναι αλήθεια και σε κάποιον βαθμό πολλά ελληνόκτητα πλοία δεν είναι στην ελληνική σημαία.

Για τις εταιρείες, όμως, δεν είναι το ίδιο. Αν φύγουν, δυστυχώς θα υπάρξει το κενό πολλών ευεργεσιών και κερδών για το κράτος. Κι εδώ βρίσκεται το οξύμωρο. Εδώ και λίγο καιρό φορολογήθηκαν οι ναυλομεσιτικές και άλλες παραναυτιλιακές εργασίες. Το αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθούν εταιρείες σε άλλα κράτη φιλικότερα προς τη φύση των εργασιών τους και να μειωθεί ο τζίρος στην Ελλάδα.

Παράλληλα, βλέπουμε τη συνεχιζόμενη τάση ελληνικών εταιρειών να ανοίγουν παραρτήματα στο εξωτερικό. Δηλαδή να ετοιμάζουν διεξόδους. Γιατί; Γιατί απλώς η ναυτιλία δεν έχει αδιέξοδα. Κάπου θα υπάρχει ένα κράτος που θα μπορέσει να προσελκύσει τις ναυτιλιακές δραστηριότητες.

Γιατί απλώς όλοι τις θέλουν, αφού δεν χρειάζεται να επενδύσουν και με μηδέν κόστος απολαμβάνουν τους καρπούς της μέσω των χρηματορροών, των θέσεων εργασίας, της εισαγωγής συναλλάγματος και, βεβαίως, της δύναμης του να διαθέτεις εθνικό στόλο. Αυτό λοιπόν μας έχει μείνει και, όπως πολύ σωστά οι παλαιοί κατάφεραν να το κατακυρώσουν συνταγματικά, πρέπει να το φυλάμε κι εμείς ως κόρη οφθαλμού.

– Πώς μπορούν να αντιδράσουν η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα και η κυβέρνηση;

Νομίζω ότι η μέχρι τώρα ναυτιλιακή πολιτική είναι σωστή. Το μόνο «πρέπει» είναι η διατήρηση της λογικής. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και αυτοί που θέλουν τη φορολόγηση θέλουν στο κάτω-κάτω τα λεφτά τους πίσω. Δεν νομίζω ότι είναι άμυαλοι και δεν καταλαβαίνουν ότι είναι λάθος να τραβήξουμε άλλον δρόμο. Γιατί τη ναυτιλία μπορούμε να τη μεταφέρουμε όπου θέλουμε, τη θάλασσα όμως δεν μπορούμε να τη βγάλουμε από το αίμα μας.

– Ποια είναι η εικόνα της ελληνικής ναυτιλίας αυτή την περίοδο και ποιες οι προοπτικές;

Η ελληνική ναυτιλία είναι στο πιο γνώριμο περιβάλλον της αυτή τη στιγμή: μάχεται για να αντεπεξέλθει στις μεγάλες δυσκολίες της κρίσης. Εχοντας επουλώσει σε μεγάλο βαθμό τις πληγές από την κατολίσθηση που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, πλέει πλέον στα δύσκολα νερά της ναυτιλιακής κρίσης με πολύ λίγη βοήθεια σε σχέση με το παρελθόν.

Οι παραδοσιακοί υποστηρικτές της ναυτιλίας, οι ναυτιλιακές τράπεζες, παραπαίουν, οι συνθήκες ανταγωνισμού είναι αυξημένες σε σχέση με το παρελθόν, το διεθνές περιβάλλον και οι διεθνείς οργανισμοί συνεχίζουν να προσθέτουν νέους νόμους και απαιτήσεις με γνώμονα τις περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις των θαλασσίων μεταφορών και, βεβαίως, ειδικά η ελληνική ναυτιλία ξέμεινε από Ελληνες ναυτικούς που αποδείχτηκαν πάντα οι «χρυσές λίρες» των πλοιοκτητών σε τέτοιες δύσβατες περιόδους του παρελθόντος.

Σε αυτό το συνονθύλευμα δυσκολιών, αυτό που είναι αισιόδοξο είναι ότι τα ελληνικά ναυτιλιακά σπίτια έχουν τη δυναμική, την όρεξη και τη δίψα όχι μόνο να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες αλλά και να αδράξουν τις όποιες ευκαιρίες που πάντα παρουσιάζονται σε περιόδους κρίσης.

newmoney.gr