Μια οικονομική διαφορά που πλησιάζει πλέον τα 68 εκατ. δολάρια έχει προκύψει στην αγορά των VLCC, με τη νορβηγική Hunter Group να καταγγέλλει ότι αντισυμβαλλόμενός της εξακολουθεί να καταβάλλει μειωμένα ποσά για μακροχρόνια ναύλωση των δεξαμενόπλοιων.

Η υπόθεση ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2026 και συνεχίζεται για έβδομο διαδοχικό μήνα, χωρίς να έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της Hunter Group, στις 9 Οκτωβρίου, ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε για τον Σεπτέμβριο περίπου 12,75 εκατ. δολάρια λιγότερα από όσα η εταιρεία θεωρεί ότι δικαιούται βάσει της σύμβασης.
Μετά και τη νέα αυτή διαφορά, το συνολικό αμφισβητούμενο ποσό ανέρχεται πλέον σε 67,79 εκατ. δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι.Η Hunter Group υποστηρίζει ότι ο αντισυμβαλλόμενος παραβιάζει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και δηλώνει αποφασισμένη να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την προστασία των συμφερόντων της.
Από την άλλη πλευρά, ο αντισυμβαλλόμενος αμφισβητεί την υποχρέωσή του να καταβάλει το σύνολο των ποσών που διεκδικεί η νορβηγική εταιρεία. Η ταυτότητά του δεν έχει δημοσιοποιηθεί, ούτε έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για τα επιχειρήματα που προβάλλει.
Παρά τη συνεχιζόμενη διαφωνία, τα οικονομικά στοιχεία της Hunter Group αποτυπώνουν τα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα στα οποία κινείται η αγορά των μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Για τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία ανακοίνωσε καθαρά έσοδα από χρονοναυλώσεις περίπου 60,88 εκατ. δολαρίων, έναντι 31,69 εκατ. δολαρίων τον Αύγουστο.
Από τα έσοδα του Σεπτεμβρίου, ωστόσο, τα 12,75 εκατ. δολάρια παραμένουν υπό αμφισβήτηση και δεν έχουν εισπραχθεί. Το συγκεκριμένο ποσό αποτελεί τη μεγαλύτερη μηνιαία διαφορά που έχει καταγραφεί από την έναρξη της υπόθεσης.
Η διαμάχη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία οι ναύλοι των VLCC έχουν εκτοξευθεί και οι οικονομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από μακροχρόνιες συμφωνίες μπορούν να φτάσουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Σε μια χρονοναύλωση, το ημερήσιο μίσθωμα καθορίζεται από τους όρους της συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Όταν προκύπτει διαφωνία σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτών των όρων, οι οικονομικές διαφορές μπορούν να συσσωρευτούν γρήγορα, ιδιαίτερα εάν η σύμβαση αφορά περισσότερα πλοία ή υψηλά ημερήσια μισθώματα.
Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί επαρκή στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποιοι συμβατικοί όροι αποτελούν την αιτία της διαφωνίας. Η εταιρεία διατηρεί τη θέση ότι τα ποσά είναι απαιτητά, ενώ ο αντισυμβαλλόμενος εξακολουθεί να αμφισβητεί την υποχρέωση καταβολής τους.
Προς το παρόν, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με το συνολικό ποσό να πλησιάζει τα 68 εκατ. δολάρια και χωρίς να έχει ανακοινωθεί οριστική διευθέτηση.















