Πρώτοι παγκοσμίως στις πωλήσεις μεταχειρισμένων πλοίων βρέθηκαν οι Έλληνες εφοπλιστές, διαθέτοντας 316 πλοία μέσα σε ένα δωδεκάμηνο. Την ίδια περίοδο αγόρασαν 229 πλοία, επιβεβαιώνοντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεγάλης κλίμακας ανανέωση του ελληνόκτητου στόλου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Allied QuantumSea για το δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο, η απόσταση από τις υπόλοιπες μεγάλες ναυτιλιακές δυνάμεις ήταν σημαντική. Μετά τις 316 πωλήσεις πλοίων ελληνικών συμφερόντων ακολούθησαν οι Κινέζοι με 156 πλοία και οι Ιάπωνες με 152.
Από τα ελληνόκτητα πλοία που άλλαξαν χέρια, τα 164 ήταν φορτηγά πλοία ξηρού φορτίου, τα 117 δεξαμενόπλοια, τα 22 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και τα εννέα πλοία μεταφοράς φυσικού αερίου. Η έντονη παρουσία των δύο πρώτων κατηγοριών συνδέεται με τις υψηλές αποτιμήσεις που καταγράφονται στη δευτερογενή αγορά.
Ο όρος «στο σφυρί» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι Ελληνες εφοπλιστές βγήκαν χαμένοι από αυτές τις πωλήσεις, το αντίθετο θα έλεγα μάλιστα. Πρόκειται για ολοκληρωμένες πωλήσεις πλοίων ελληνικών συμφερόντων στη διεθνή αγορά μεταχειρισμένων κατά το συγκεκριμένο κυλιόμενο δωδεκάμηνο σε πολύ συμφέρουσες τιμές.
Το πραγματικό μέγεθος της κινητικότητας φαίνεται και από την άλλη πλευρά των συναλλαγών, καθώς οι Έλληνες αναδείχθηκαν ταυτόχρονα στους μεγαλύτερους αγοραστές μεταχειρισμένων πλοίων με 229 πλοία έναντι τα 212 της Κίνας, και περιλάμβανε 120 φορτηγά ξηρού φορτίου, 86 δεξαμενόπλοια, 18 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και ένα πλοίο μεταφοράς φυσικού αερίου.
Πουλούν ακριβά και αγοράζουν επιλεκτικά
Οι αριθμοί αυτοί όπως προείπαμε και πιο πάνω δεν παραπέμπουν σε έξοδο από την αγορά αλλά σε αναδιάταξη κεφαλαίων και χωρητικότητας. Παλαιότερα πλοία πωλούνται όταν οι τιμές τους βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα και μέρος των εσόδων επενδύονται σε νεότερα μεταχειρισμένα ή σε νέες ναυπηγήσεις με μεγαλύτερο ορίζοντα εμπορικής ζωής.
Αυτή η τακτική αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής πλοιοκτησίας: αγορά ενός πλοίου όταν η αποτίμησή του θεωρείται ελκυστική, εκμετάλλευσή του για αρκετά χρόνια και πώληση όταν ο κύκλος της αγοράς προσφέρει σημαντική υπεραξία. Η διαφορά σήμερα βρίσκεται στο εύρος των συναλλαγών και στα ποσά που μπορούν να εξασφαλιστούν ακόμη και για πλοία μεγαλύτερης ηλικίας.
Όσο αναφορά τα δεξαμενόπλοια, ένα VLCC ηλικίας δέκα ετών είχε ανατιμηθεί κατά 53% σε ετήσια βάση, πλησιάζοντας τα 133 εκατ. δολάρια, ενώ η αξία ενός VLCC 15ετίας είχε αυξηθεί κατά 72%, φτάνοντας περίπου τα 100 εκατ. δολάρια. Αντίστοιχα, στα πλοία ξηρού φορτίου, οι τιμές δεκαετών Kamsarmax και Ultramax είχαν ενισχυθεί κατά 22% και 29% αντίστοιχα.
Μπροστά σε τέτοιες αποτιμήσεις, ένας πλοιοκτήτης πρέπει να σταθμίσει δύο πολύ διαφορετικές επιλογές. Να διατηρήσει το πλοίο και να συνεχίσει να επωφελείται από τους υψηλούς ναύλους ή να κατοχυρώσει άμεσα την υπεραξία του μέσω πώλησης. Η τελική απόφαση εξαρτάται από την ηλικία, την τεχνική κατάσταση, τις επικείμενες επιθεωρήσεις και επισκευές, το κόστος συμμόρφωσης με τους νέους κανονισμούς και τις εκτιμήσεις για την πορεία της αγοράς.
Στο ξηρό φορτίο, η ενίσχυση της αγοράς των Capesize και άλλων μεγάλων κατηγοριών έχει επίσης αυξήσει την προθυμία των αγοραστών να πληρώσουν περισσότερο για άμεσα διαθέσιμα πλοία. Ένα μεταχειρισμένο μπορεί να αρχίσει να παράγει έσοδα αμέσως, σε αντίθεση με ένα νεότευκτο που ενδέχεται να χρειαστεί αρκετά χρόνια μέχρι να παραδοθεί.
Παράλληλη επιστροφή στα ναυπηγεία
Την ίδια περίοδο κατά την οποία πούλησαν 316 και αγόρασαν 229 μεταχειρισμένα πλοία, οι Έλληνες πλοιοκτήτες συνδέθηκαν και με 312 συμβόλαια νέων ναυπηγήσεων. Σε αυτά περιλαμβάνονται 155 δεξαμενόπλοια, 72 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, 59 φορτηγά ξηρού φορτίου και 24 πλοία μεταφοράς αερίου, με τις παραδόσεις να εκτείνονται έως το τέλος της δεκαετίας.
Η έντονη παρουσία στα ναυπηγεία συμπληρώνει την εικόνα της ανανέωσης, με την διάθεση παλαιότερης χωρητικότητας σε υψηλές τιμές, επιλεκτικές αγορές νεότερων μεταχειρισμένων και τοποθέτηση κεφαλαίων σε πλοία που θα πρέπει να παραμείνουν ανταγωνιστικά μετά το 2030.
Οι 316 πωλήσεις, επομένως, δεν σημαίνουν ότι οι Έλληνες εφοπλιστές «ξεφορτώνονται» τον στόλο τους, αντιθέτως, δείχνουν ότι αξιοποιούν μία από τις ισχυρότερες αγορές second hand πλοίων των τελευταίων ετών για να κατοχυρώσουν υπεραξίες και να χρηματοδοτήσουν την επόμενη γενιά του ελληνόκτητου στόλου.
Οι Έλληνες εφοπλιστές δείχνουν ξεκάθαρα σε όλους μας ότι με τις έξυπνες κινήσεις που κάνουν θα παραμείνουν στην κορυφή για πολλά ακόμη χρόνια.















