Με πολύ υψηλές ταχύτητες πλέουν τα μεγάλα δεξαμενόπλοια που διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ, καθώς οι περιφερειακές εντάσεις και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι συνεχίζουν να προκαλούν ανησυχίες μεταξύ των πλοιοκτητριών και διαχειριστριών εταιριών.

Σύμφωνα με τα δεδομένα παρακολούθησης πλοίων, τα δεξαμενόπλοια VLCC έχουν καταγραφεί πρόσφατα να κινούνται με ταχύτητες έως και 16 ή και 17 κόμβους, κάτι που είναι πολύ πάνω από τη συνηθισμένη ταχύτητα πλεύσης των περίπου 12.5-13 κόμβων για τα πλήρως φορτωμένα πλοία αυτού του μεγέθους.
Η αύξηση της ταχύτητας έχει σκοπό την ελαχιστοποίηση του χρόνου παραμονής των πλοίων σε ένα από τα πιο ευαίσθητα θαλάσσια σημεία στον κόσμο.
Από το Στενό του Ορμούζ περνάει σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου που μεταφέρεται μέσω θαλάσσης, με το σημείο να είναι ένα στενό και με αυξημένη θαλάσσια κίνηση πέρασμα, που χαρακτηρίζεται από την μεγάλη εμπορική κίνηση και την ισχυρή στρατιωτική παρουσία.
Οι πρόσφατες ιρανικές στρατιωτικές ασκήσεις και οι συνεχιζόμενες εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προκαλέσει αυξημένες ανησυχίες για την ασφάλεια στον ναυτιλιακό κλάδο. Για πολλές διαχειρίστριες εταιρείες, η αύξηση της ταχύτητας θεωρείται ένας πρακτικός τρόπος για τη μείωση της έκθεσης σε πιθανά περιστατικά, καθυστερήσεις ή απροσδόκητες καταστάσεις.
Η ναυσιπλοΐα βέβαια με τόσο υψηλές ταχύτητες, σε περιορισμένα ύδατα ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι υψηλότερες ταχύτητες αυξάνουν πολλές φορές την πιθανότητα των ανθρώπινων λαθών στην αποφυγή συγκρούσεων στην θάλασσα, ειδικά σε μια περιοχή όπου πολεμικά πλοία, παλαιά πλοία και δεξαμενόπλοια του «σκοτεινού στόλου» συχνά πλέουν σε απόσταση αναπνοής το ένα από το άλλο.
Παράλληλα, αρκετά πλοία επιλέγουν να περιμένουν έξω από το στενό μέχρι να οριστικοποιηθούν τα χρονοδιαγράμματα φόρτωσης, ενώ παράλληλα δίνουν χρόνο για επαναδιαπραγμάτευση των ασφαλίστρων κινδύνου πολέμου.
Αυτές οι εξελίξεις υπογραμμίζουν ότι, παρά τις περιστασιακές διπλωματικές προσπάθειες, το Στενό του Ορμούζ παραμένει ένα απαιτητικό και ασταθές λειτουργικό περιβάλλον για την παγκόσμια ναυτιλία.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η αύξηση της ταχύτητας σε ένα τόσο στενό και πολυσύχναστο θαλάσσιο πέρασμα είναι μεν κατανοητή, αλλά δεν αποτελεί πάντα την ασφαλέστερη λύση. Μπορεί να μειώνει τον χρόνο έκθεσης σε πιθανούς κινδύνους, όμως ταυτόχρονα αυξάνει την πίεση στη γέφυρα και στα μηχανήματα.
Θα έλεγα ότι η πραγματική ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ δεν εξαρτάται τόσο από την ταχύτητα, όσο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις συγκρούσεις. Καμία αύξηση της ταχύτητας δεν εγγυάται την ασφάλεια ενός πλοίου που διέρχεται από τα στενά του Ορμούζ. Ίσα ίσα βάζει ένα επιπλέον πρόβλημα στα ήδη πολλά προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ναυτικοί.















