Η ναυτιλία και το ναυτικό επάγγελμα ήταν πάντα συνυφασμένα με την Ελλάδα και τον Έλληνα, και βοήθησαν στον μέγιστο βαθμό στην οικονομία της χώρας μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, προσφέροντας χιλιάδες θέσεις εργασίας στους ταλαιπωρημένους της πολίτες.

Το ναυτικό επάγγελμα είναι επίσης συνυφασμένο με τους υψηλούς μισθούς που προσφέρει στους ναυτικούς. Έτσι αντιμετωπίζονται οι Έλληνες ναυτικοί τα τελευταία τουλάχιστον 60-70 χρόνια. Είναι αλήθεια ότι κάποτε ο ναυτικός αμειβόταν αρκετά καλά, και ας πούμε ότι άξιζε να κάνει όλες αυτές τις θυσίες που απαιτεί το ναυτικό επάγγελμα.
Στην εποχή που διανύουμε όμως έλλειψη διακρίνεται μια έλλειψη στους Έλληνες ναυτικούς αφού οι νέοι δεν επιλέγουν πλέον τη θάλασσα, ενώ οι παλιοί ψάχνουν κάποια ευκαιρία στην στεριά για να φύγουν. Το ερώτημα όμως είναι απλό: γιατί συμβαίνει αυτό σε ένα επάγγελμα που εξακολουθεί να προσφέρει από τους υψηλότερους μισθούς στην Ελλάδα;
Για να απαντήσουμε σε αυτό, ίσως αξίζει να κάνουμε ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο και να συγκρίνουμε έναν καπετάνιο του 2006 με έναν καπετάνιο του 2026. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για όλες τις υπόλοιπες θέσεις μέσα σε ένα πλοίο.
Η σύγκριση που ακολουθεί είναι κατά προσέγγιση, καθώς οι αποδοχές διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο του πλοίου, την εταιρεία και την περίοδο. Ωστόσο, η γενική εικόνα είναι αρκετά αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας.
Το 2006 ένας Έλληνας πλοίαρχος σε δεξαμενόπλοιο μπορούσε να αμείβεται περίπου με 10.500 ευρώ τον μήνα. Σήμερα ο αντίστοιχος μισθός βρίσκεται κοντά στις 12.000 ευρώ. Με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι τα πράγματα βελτιώθηκαν, αφού μια αύξηση της τάξεως των 1.500 ευρώ μέσα σε είκοσι χρόνια δεν είναι αμελητέα για κάποιους- ή μήπως τελικά είναι;
Αν το σκεφτούμε καλύτερα, η αύξηση αυτή μόνο εντυπωσιακή δεν είναι. Μιλάμε για περίπου 75 ευρώ τον χρόνο ή λίγο πάνω από 6 ευρώ τον μήνα για κάθε έτος που πέρασε. Σε μια περίοδο όπου οι τιμές ακινήτων, καυσίμων, τροφίμων, λογαριασμών και υπηρεσιών εκτοξεύθηκαν, η αύξηση αυτή μοιάζει περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Εγώ θα έλεγα ότι υπάρχει μια τεράστια στασιμότητα στους μισθούς.
Την ίδια περίοδο όμως η Ελλάδα άλλαξε δραματικά. Αν ρίξετε μια ματιά στον πίνακα που ακολουθεί θα το καταλάβετε καλύτερα.
| Κατηγορία | 2006 | 2026 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Βενζίνη (ανά λίτρο) | ~1,00 € | ~2,00 € | +100% |
| Διόδια Αθήνα – Θεσσαλονίκη | ~20 € | ~35-40 € | +75% έως +100% |
| Διαμέρισμα σε αστική περιοχή | 80.000–100.000 € | 200.000–300.000 € | +150% έως +200% |
| Ψωμί (κιλό) | ~1,20 € | ~2,50 € | +108% |
| Φορολογία αξιωματικών Ε.Ν. | 7,5% | 15% | +100% |
| Μισθός πλοιάρχου δεξαμενόπλοιου | ~10.500 € | ~12.000 € | +14% |
Με απλά λόγια, σχεδόν όλα όσα αγοράζει ένας καπετάνιος αυξήθηκαν από 75% έως 200%, ενώ ο μισθός του αυξήθηκε μόλις κατά περίπου 14%. Επαναλαμβάνω για να μην παρεξηγηθώ. Όλα αυτά ισχύουν για οποιονδήποτε ναυτικό και φυσικά οι αυξήσεις είναι για όλους τους πολίτες αυτής της χώρας, απλά έχω πάρει την θέση του πλοιάρχου ώστε να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς.
Το 2006 η βενζίνη κόστιζε περίπου ένα ευρώ το λίτρο. Σήμερα συχνά πλησιάζει ή ξεπερνά τα δύο ευρώ. Τα διόδια έχουν αυξηθεί σημαντικά, τα έξοδα μετακίνησης είναι πολλαπλάσια και το κόστος συντήρησης ενός αυτοκινήτου έχει εκτοξευθεί.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στην αγορά ακινήτων. Ένα διαμέρισμα που πριν από είκοσι χρόνια μπορούσε να αγοραστεί με 80.000 έως 100.000 ευρώ, σήμερα σε πολλές περιοχές της χώρας κοστίζει 200.000 ή και 300.000 ευρώ. Σε τουριστικές περιοχές ή κοντά στην Αθήνα οι τιμές έχουν φτάσει σε επίπεδα που πριν από δύο δεκαετίες θα θεωρούνταν αδιανόητα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα βασικά αγαθά. Τρόφιμα, λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, θέρμανση, υπηρεσίες και καθημερινές ανάγκες έχουν αυξηθεί με ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους από εκείνους των μισθών.
Και δεν είναι μόνο αυτό.
Το 2006 ο Έλληνας ναυτικός φορολογούνταν με σημαντικά χαμηλότερους συντελεστές. Σήμερα η φορολογία των αξιωματικών φτάνει το 15%, μειώνοντας αισθητά το πραγματικό εισόδημα που μένει στην τσέπη. Για να μην αναφέρουμε ότι για πολλά χρόνια, μέσα στην κρίση, ο Έλληνας αξιωματικός έφτανε να φορολογείται ακόμα και με 23%, λόγω της έκτακτης εισφοράς (ή εισφοράς αλληλεγγύης όπως την βάπτισαν κάποιοι). Μιλάμε για αδιανόητα πράγματα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των κατώτερων αξιωματικών. Ένας ανθυποπλοίαρχος έχει δει αύξηση της τάξεως των περίπου 150 ευρώ στη συλλογική του σύμβαση από το 2008 μέχρι σήμερα. Δηλαδή σε σχεδόν δύο δεκαετίες, η αύξηση αυτή δεν καλύπτει ούτε ένα μικρό μέρος του πληθωρισμού που μεσολάβησε.
Αν προσπαθούσαμε να μεταφέρουμε τον Έλληνα Πλοίαρχο του 2006 στο 2026 διατηρώντας ακριβώς την ίδια αγοραστική δύναμη, ο μισθός του δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στις 12.000 ευρώ. Θα έπρεπε πιθανότατα κυμαίνεται μεταξύ 15.000 και 17.000 ευρώ τον μήνα, ίσως και περισσότερο σε ορισμένες περιπτώσεις. Δηλαδή θα έπρεπε το εισόδημα του να είναι αυξημένο κατά τουλάχιστον 20.000-30.000 ευρώ ετησίως! Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στην ονομαστική αύξηση των αποδοχών και στην πραγματική αγοραστική δύναμη που έχει χαθεί με την πάροδο των χρόνων.
Με βάση τον σωρευτικό πληθωρισμό από το 2006 έως το 2026, που προσεγγίζει το 43%, ένας μισθός 10.500 ευρώ το 2006 θα έπρεπε σήμερα να αντιστοιχεί περίπου σε 15.000 ευρώ για να διατηρεί την ίδια αγοραστική δύναμη. Αντί γι’ αυτό, ο σημερινός μισθός ενός καπετάνιου βρίσκεται κοντά στις 12.000 ευρώ. Δηλαδή, παρά την ονομαστική αύξηση των 1.500 ευρώ, ο Έλληνας καπετάνιος έχει χάσει περίπου 3.000 ευρώ τον μήνα σε πραγματική αγοραστική δύναμη.
Με απλά λόγια, ο σημερινός καπετάνιος μπορεί να παίρνει περισσότερα χρήματα με αριθμητικούς όρους, όμως αυτά τα χρήματα έχουν χάσει την αξία τους σε σχέση με 20 χρόνια πριν αφού δεν μπορεί να αγοράσει περισσότερα αγαθά, να αγοράσει ή να κτίσει εύκολα ένα ακίνητο, ναα βάλει περισσότερα χρήματα στην άκρη ή να έχει περισσότερες υπηρεσίες από όσα μπορούσε να αγοράσει πριν από είκοσι χρόνια.
Πέρα όμως από τους αριθμούς, έχει αλλάξει και η ίδια η φύση του επαγγέλματος. Το 2006 ένας πλοίαρχος εργαζόταν σε ένα περιβάλλον με λιγότερους κανονισμούς, λιγότερη γραφειοκρατία και μικρότερη πίεση από αυτή που αντιμετωπίζει σήμερα. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να περνά μήνες μακριά από την οικογένειά του, χάνοντας σημαντικές στιγμές της προσωπικής του ζωής. Έτσι, όταν συγκρίνουμε τον καπετάνιο του 2006 με τον καπετάνιο του 2026, δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο τον μισθό, αλλά και το τίμημα που απαιτείται για να τον κερδίσει.
Κάποιος στεριανός θα μπορούσε εύλογα να πει ότι ένας μισθός των 12.000 ευρώ παραμένει υψηλός. Και θα είχε δίκιο. Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν οι ναυτικοί αμείβονται καλύτερα από πολλούς εργαζόμενους στη στεριά. Το ερώτημα είναι αν η αύξηση των αποδοχών ακολούθησε την αύξηση του κόστους ζωής.
Και οι αριθμοί δείχνουν πως όχι.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της απάντησης στο γιατί όλο και λιγότεροι νέοι επιλέγουν σήμερα το ναυτικό επάγγελμα, αλλά και γιατί πολλοί παλιοί ναυτικοί εγκαταλείπουν τη θάλασσα μόλις τους δοθεί η ευκαιρία να εργαστούν στη στεριά.
Τελικά, ποιος ζει καλύτερα; Ένας Καπετάνιος το 2006 ή ένας Καπετάνιος το 2026;
Ο καπετάνιος του 2026 παίρνει περισσότερα χρήματα, Ο καπετάνιος του 2006 όμως φαίνεται πως μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με αυτά.Για να είμαστε ακριβείς μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα πράγματα. Συνεπώς ένας καπετάνιος άξιζε περισσότερο κάποτε να θυσιάσει την μισή του ζωή μέσα σε ένα καράβι. Τα χρήματα ήταν σαφώς αρκετά, και μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα πράγματα με αυτά.
Και αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα. Όχι μόνο για ένα Πλοίαρχο και τους ναυτικούς, αλλά για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
Διαβάστε ακόμα: Ο πιο επικίνδυνος αξιωματικός σε ένα πλοίο















