Για πρώτη φορά μετά τη νέα συμφωνία μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον, ένα δεξαμενόπλοιο με 40.000 τόνους ρωσικού ντίζελ προγραμματίζεται να αναχωρήσει την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου με προορισμό τις ΗΠΑ, όπως ανακοινώθηκε από τη ρωσική κυβέρνηση.

Την προγραμματισμένη αποστολή γνωστοποίησε ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ, επιβεβαιώνοντας ότι η συμφωνία για την επανέναρξη των εξαγωγών αρχίζει να περνά στο στάδιο των θαλάσσιων μεταφορών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι υψηλές τιμές των καυσίμων έχουν οδηγήσει την αμερικανική διοίκηση στην αναζήτηση πρόσθετων ποσοτήτων από το εξωτερικό.
Η Ρωσία είχε περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ εξαιτίας προβλημάτων στην εγχώρια τροφοδοσία, τα οποία επιδεινώθηκαν από τις ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια. Στις 9 Οκτωβρίου προχώρησε στην άρση της προσωρινής απαγόρευσης, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες φορτώσεις.
Ήδη, σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων που επικαλείται το Reuters, ρωσικά φορτία έχουν αρχίσει να κατευθύνονται ξανά προς παραδοσιακούς αγοραστές, μεταξύ των οποίων η Τουρκία και η Βραζιλία.
Η συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, έχει διαφορετικό πολιτικό και εμπορικό βάρος, καθώς συνοδεύεται από χαλάρωση αμερικανικών περιορισμών στις συναλλαγές ρωσικών πετρελαιοειδών.
Τι σημαίνει για τα δεξαμενόπλοια και την αγορά καυσίμων
Η μεταφορά 40.000 τόνων ντίζελ αντιστοιχεί σε φορτίο που μπορεί να εξυπηρετηθεί από δεξαμενόπλοιο μεταφοράς προϊόντων πετρελαίου μεσαίου μεγέθους, ανάλογα με τη χωρητικότητα και τους περιορισμούς φόρτωσής του.
Μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί δημόσια το όνομα του πλοίου που θα πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη μεταφορά, συνεπώς, δεν είναι ακόμη γνωστά η σημαία του, η διαχειρίστρια εταιρεία ή το λιμάνι στο οποίο θα εκφορτώσει.
Η επιστροφή ρωσικών φορτίων σε αγορές από τις οποίες είχαν ουσιαστικά αποκλειστεί μπορεί να επηρεάσει τις εμπορικές διαδρομές των δεξαμενόπλοιων μεταφοράς προϊόντων πετρελαίου, αλλά και τς τιμές.
Τα τελευταία χρόνια, οι περιορισμοί στις ρωσικές εξαγωγές είχαν οδηγήσει σε ανακατανομή των θαλάσσιων μεταφορών, με φορτία να κατευθύνονται προς πιο απομακρυσμένους προορισμούς και τους εισαγωγείς να αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές.
Μια ενδεχόμενη αύξηση των απευθείας αποστολών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσε να μεταβάλει μέρος αυτών των διαδρομών. Η πραγματική επίδραση στους ναύλους θα εξαρτηθεί από τον όγκο των φορτίων, τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης και τη διαθεσιμότητα κατάλληλων δεξαμενόπλοιων.
Από την αμερικανική πλευρά, η ανάγκη για πρόσθετες ποσότητες ντίζελ είναι πιεστική, με την άνοδο των τιμών να έχει εντείνει την πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ, ενώ η δυνατότητα των διυλιστηρίων να αυξήσουν άμεσα την παραγωγή τους παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αναφερθεί σε αρχικές παραδόσεις 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ, με επιπλέον ποσότητες 500.000 τόνων τον Νοέμβριο.
Παρά τη συμφωνία, αναλυτές εκτιμούν ότι οι νέες ρωσικές αποστολές δεν επαρκούν από μόνες τους για να αντιμετωπίσουν το έλλειμμα προσφοράς που έχει δημιουργηθεί στη διεθνή αγορά.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης των φορτώσεων, οι περιορισμοί που εξακολουθούν να ισχύουν και το αυξημένο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών αποτελούν πρόσθετους παράγοντες που θα καθορίσουν πόσο γρήγορα θα φτάσουν οι ποσότητες στους αγοραστές.
Προς το παρόν, η πρώτη αποστολή των 40.000 τόνων παραμένει προγραμματισμένη για τις 22 Οκτωβρίου, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί η αναχώρηση του δεξαμενόπλοιου.















