Οι πυρκαγιές αποτελούν έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για την ασφάλεια του πλοίου και του πληρώματος, και ιδιαίτερα όταν εκδηλώνονται στους χώρους του φορτίου και στο μηχανοστάσιο, μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές και θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.

Οι πυρκαγιές στα μηχανοστάσια των πλοίων είναι ένα πρόβλημα το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα, παρά τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Τα στοιχεία που παρουσίασε η Διεθνής Ένωση Νηογνωμόνων (IACS) αποκαλύπτουν την έκταση του κινδύνου και την ανάγκη ενίσχυσης των μέτρων πρόληψης.
Μια διαρροή πετρελαίου από μια σωλήνα στο μηχανοστάσιο μπορεί να εξελιχθεί μέσα σε δευτερόλεπτα σε σοβαρή πυρκαγιά, εφόσον το καύσιμο εκτοξευθεί πάνω σε κάποια θερμή επιφάνεια. Τα στοιχεία που παρουσίασε η Διεθνής Ένωση Νηογνωμόνων (IACS) δείχνουν πόσο συχνά αυτός ο μηχανισμός βρίσκεται πίσω από μεγάλα ναυτικά ατυχήματα.
Από το 2008 έως το πρώτο τρίμηνο του 2023 καταγράφηκαν 137 περιστατικά και αναφορές πυρκαγιών σε μηχανοστάσια. Για 109 από αυτά αναφέρθηκε συνολικό κόστος επισκευών που ξεπερνούσε τα 510 εκατομμύρια δολάρια.
Περίπου το 60% των περιστατικών συνδεόταν με διαρροή ή εκτόξευση καυσίμου, λιπαντικού ή άλλου εύφλεκτου υγρού πάνω σε θερμές επιφάνειες. Οι αριθμοί περιλαμβάνονται σε τεχνική πρόταση που υποβλήθηκε στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), με στόχο την αναθεώρηση απαιτήσεων της SOLAS.
Το πρόβλημα είναι γνωστό στα πληρώματα του μηχανοστασίου αφού μια χαλαρή σύνδεση, μια αστοχία σε ένα σωληνάκι οργάνου μέτρησης ή ένα εξάρτημα που έχει υποστεί καταπόνηση από κραδασμούς μπορεί να επιτρέψει τη διαφυγή λαδιού υπό πίεση. Αν η εκτόξευση φτάσει σε ανεπαρκώς μονωμένη εξαγωγή καυσαερίων ή άλλη επιφάνεια υψηλής θερμοκρασίας, οι συνθήκες ανάφλεξης μπορεί να δημιουργηθούν πολύ γρήγορα.
Γιατί εξετάζονται ιδιαίτερα οι σωληνώσεις χαμηλής πίεσης
Η IACS επισημαίνει ότι οι απαιτήσεις προστασίας των σωληνώσεων καυσίμου υψηλής πίεσης έχουν περιορίσει σημαντικά τους σχετικούς κινδύνους. Στα συστήματα αυτά χρησιμοποιούνται διατάξεις διπλού τοιχώματος και ανίχνευσης διαρροών.
Ωστόσο, στις σωληνώσεις καυσίμου και λιπαντικού χαμηλότερης πίεσης εξακολουθούν να υπάρχουν σημεία που μπορούν να αποτελέσουν πηγή ανάφλεξης.
Μάλιστα, η διακοπή λειτουργίας της κύριας μηχανής δεν εξασφαλίζει πάντοτε ότι σταματά και η παροχή του λαδιού. Εφόσον μια αντλία εξακολουθεί να λειτουργεί, η διαρροή μπορεί να συνεχίσει να τροφοδοτεί τη φωτιά, ακόμη και μετά το σταμάτημα του μηχανήματος που εξυπηρετεί.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι νηογνώμονες εξετάζουν επιπλέον απαιτήσεις για τη διάταξη των σωληνώσεων, την απομόνωση επιμέρους κλάδων και την προστασία των θερμών επιφανειών.
Στις τεχνικές προτάσεις περιλαμβάνονται μέτρα που αφορούν τις συνδέσεις οργάνων, τη θωράκιση πιθανών σημείων διαρροής και την επιθεώρηση της θερμομόνωσης. Η χρήση θερμογραφικών ελέγχων μπορεί επίσης να βοηθήσει στον εντοπισμό επιφανειών που παρουσιάζουν υψηλές θερμοκρασίες.
Από την άλλη, θα πρέπει και οι μηχανικοί να προσέχουν ιδιαίτερα τις μικροδιαρροές, την σωστή στήριξη των σωληνώσεων, την κατάσταση των μονώσεων, την καθαριότητα και άμεση αποκατάσταση ελαττωμάτων που διαφορετικά μπορεί να θεωρηθούν δευτερεύοντα.
Η πρόταση προς τον IMO δεν σημαίνει ότι έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ νέες υποχρεωτικές απαιτήσεις. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας εξέτασης αλλαγών στο κανονιστικό πλαίσιο, με στόχο να μειωθούν οι πυρκαγιές που προκαλούνται από διαρροές καυσίμων και λιπαντικών.















