Σε πρωτοφανή επίπεδα έχει εκτοξευθεί το κόστος μεταφοράς πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς την Ασία, με τους ναύλους των δεξαμενόπλοιων VLCC να καταγράφουν ιστορικά υψηλά. Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε στις 21 Οκτωβρίου ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανατροπής στην αγορά, αλλά και τις σοβαρές επιπτώσεις για τα διυλιστήρια και τις διεθνείς τιμές καυσίμων.

Το κόστος μεταφοράς αργού πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς την Ασία ξεπέρασε στα μέσα Οκτωβρίου τα 37 δολάρια ανά βαρέλι, ποσό υπερπενταπλάσιο σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Για ένα VLCC που μεταφέρει περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια, αυτό αντιστοιχεί σε μεταφορικό κόστος άνω των 74 εκατ. δολαρίων για ένα και μόνο φορτίο. Πρόκειται για ενδεικτικό υπολογισμό με βάση τα επίπεδα ναύλων που καταγράφει ο IEA και όχι για σταθερή τιμή σε κάθε ναύλωση.
Ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι ημερήσιες αποδόσεις των VLCC, οι οποίες στη συγκεκριμένη διαδρομή ξεπέρασαν τα 1,3 εκατ. δολάρια στα μέσα Οκτωβρίου. Την ίδια στιγμή, διυλιστήρια της Ασίας που προμηθεύονται αργό από τη Μέση Ανατολή βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα παράδοξο: ακόμη και όταν εξασφαλίζουν τις απαραίτητες ποσότητες πετρελαίου, το κόστος για να φτάσει το φορτίο στις εγκαταστάσεις τους μπορεί να εξανεμίσει το περιθώριο κέρδους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του IEA, τα περιθώρια διύλισης ορισμένων ασιατικών διυλιστηρίων πέρασαν σε αρνητικό έδαφος τον Σεπτέμβριο.
Η εκτόξευση των ναύλων συνδέεται με τις σοβαρές ανατροπές που έχει προκαλέσει η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και με τις συνεχείς αλλαγές στις διαδρομές μεταφοράς πετρελαίου. Οι καθυστερήσεις, η συμφόρηση και οι αυξημένες μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο (STS) δεσμεύουν δεξαμενόπλοια για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Έτσι, ακόμη και αν ο συνολικός αριθμός των πλοίων παραμένει αμετάβλητος, λιγότερα είναι διαθέσιμα για νέες ναυλώσεις.
Στην ήδη πιεσμένη αγορά προστέθηκε και η επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στον σαουδαραβικό πετρελαιαγωγό Ανατολής–Δύσης στις 11 Σεπτεμβρίου. Η προσωρινή διακοπή λειτουργίας του επηρέασε τις εξαγωγές που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας νέες ανακατατάξεις στη ζήτηση δεξαμενόπλοιων. Παρότι ο αγωγός επανήλθε σε λειτουργία μέσα σε λίγες ημέρες, οι επιπτώσεις στην αγορά ναύλων συνεχίστηκαν.
Η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στα VLCC
Οι ναυλωτές στρέφονται ολοένα περισσότερο σε μικρότερα δεξαμενόπλοια, όπως Suezmax και Aframax, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μεταφορά φορτίων που διαφορετικά θα πραγματοποιούνταν από τα VLCC. Η αυξημένη απασχόληση αυτών των πλοίων έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των ναύλων και σε άλλες θαλάσσιες διαδρομές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το τρίτο τρίμηνο του 2026 η ζήτηση για Suezmax και Aframax, υπολογισμένη με βάση τον όγκο των φορτίων και τις αποστάσεις μεταφοράς, ήταν περίπου 20% υψηλότερη από την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Στα μέσα Οκτωβρίου, η μεταφορά αργού από τη Δυτική Αφρική προς την Ευρώπη με Suezmax κόστιζε πλέον περισσότερα από 22 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι ναύλοι των Aframax στη Βόρεια Θάλασσα είχαν τριπλασιαστεί.
Η άνοδος επηρεάζει ακόμη και τα δεξαμενόπλοια μεταφοράς προϊόντων, αφού οι υψηλές αποδόσεις στο αργό πετρέλαιο έχουν οδηγήσει ορισμένους πλοιοκτήτες να χρησιμοποιούν τα δεξαμενόπλοια LR2 για μεταφορές αργού πετρελαίου, περιορίζοντας έτσι τη διαθέσιμη χωρητικότητα για βενζίνη, ντίζελ και άλλα προϊόντα διύλισης. Αντίστοιχα, το κόστος μεταφοράς προϊόντων με LR1 από τον Περσικό Κόλπο προς την Ιαπωνία πλησίασε τα 27 δολάρια ανά βαρέλι.
Η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών δεν εξασφαλίζει απαραίτητα χαμηλότερο κόστος, αφού οι ναύλοι έχουν αυξηθεί και στις υπερατλαντικές διαδρομές. Στα μέσα Οκτωβρίου, η μεταφορά αργού από τον Κόλπο των ΗΠΑ προς τη Σιγκαπούρη κόστιζε περίπου 33 δολάρια ανά βαρέλι.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι ορισμένα διυλιστήρια ενδέχεται να αναγκαστούν να περιορίσουν την παραγωγή τους εάν το κόστος παραμείνει τόσο υψηλό. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα πετρελαϊκών προϊόντων, ιδιαίτερα του ντίζελ και της κηροζίνης, σε μια περίοδο που οι διεθνείς αγορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό.















